Ο όρος «σκυλάδικα» άρχισε να γίνεται ευρέως γνωστός από τη δεκαετία του 1950 και χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τα νυχτερινά κέντρα με ζωντανή λαϊκή μουσική, τα οποία προσέλκυαν κυρίως λαϊκό κοινό.

Παράλληλα, οι καλλιτέχνες που εμφανίζονταν σε αυτά τα μαγαζιά αποκαλούνταν συχνά «σκυλάδες» και «σκυλούδες», χαρακτηρισμοί που με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν ιδιαίτερη θέση στην ελληνική μουσική κουλτούρα.

Η ακριβής προέλευση του όρου δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη και έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες. Μία από τις πιο γνωστές συνδέει την ονομασία με την περιοχή της Tρούμπας και τα παλιά στέκια της εποχής, όπου σύχναζαν παρέες σκληροτράχηλων και περιθωριακών ανδρών. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, οι θαμώνες αυτοί παρομοιάζονταν με «αγέλες σκύλων», με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός να περάσει σταδιακά στα καταστήματα διασκέδασης και στους καλλιτέχνες που εργάζονταν σε αυτά.

Μια δεύτερη ερμηνεία αποδίδει την ονομασία στην ποιότητα του φαγητού που προσφερόταν σε ορισμένα νυχτερινά κέντρα της εποχής. Μετά την επιβολή διατίμησης στα αλκοολούχα ποτά, αρκετά καταστήματα υποχρεώθηκαν να διαθέτουν και φαγητό. Ωστόσο, σύμφωνα με την αφήγηση αυτή, τα προσφερόμενα γεύματα ήταν συχνά χαμηλής ποιότητας και κατέληγαν στα σκουπίδια, προσελκύοντας αδέσποτα σκυλιά έξω από τα μαγαζιά.

Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή, η οποία σχετίζεται με το μουσικό επίπεδο ορισμένων ερμηνευτών. Καθώς τα περισσότερα νυχτερινά κέντρα μπορούσαν να αμείβουν καλά μόνο το πρώτο όνομα του προγράμματος, πολλοί από τους υπόλοιπους τραγουδιστές δεν διέθεταν, σύμφωνα με τους επικριτές τους, ιδιαίτερα υψηλές φωνητικές δυνατότητες. Έτσι, με ειρωνική διάθεση, κάποιοι θαμώνες υποστήριζαν ότι περισσότερο «γάβγιζαν» παρά τραγουδούσαν, συμβάλλοντας στη διάδοση του χαρακτηρισμού.

Ανεξάρτητα από την πραγματική του προέλευση, ο όρος «σκυλάδικο» καθιερώθηκε στην ελληνική καθημερινότητα και παραμένει μέχρι σήμερα συνδεδεμένος με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο της λαϊκής νυχτερινής διασκέδασης.