
Λίγο καιρό μετά την πτώση του Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος απήχθη από τον αμερικανικό στρατό, το χρέος της Βενεζουέλας αναμένεται να εκτιναχθεί, σε βαθμό που η χώρα θα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από την Ελλάδα το 2012.
Πηγές που είναι ενήμερες για τις παρασκηνιακές εξελίξεις στη χώρα αποκάλυψαν στους Financial Times ότι το χρέος θα αγγίξει τα 240 δισεκατομμύρια δολάρια, πολύ πιο πάνω από «τις ακραίες εκτιμήσεις» που κυμαίνονταν μεταξύ 150 και 200 δισ. δολαρίων.
Η προσωρινή ηγέτιδα της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, επιδιώκει να καταλήξει σε συμφωνία με τους πιστωτές έως το τέλος του έτους και να επιστρέψει η χώρα στις διεθνείς αγορές, ή όπως αναφέρουν αναλυτές να ζητήσει από αμερικανικά funds να αγοράζουν τα κρατικά ομόλογα μια κίνηση που όμως δεν εξασφαλίζει ελευθερία κίνησης της κυβέρνησης καθώς οι όροι αναμένονται βαρύτατοι και στόχος θα είναι τα πετρελαϊκά αποθέματα και εγκαταστάσεις.
Για να το πετύχει αυτό, προσέλαβε ως χρηματοοικονομικό σύμβουλο την αμερικανική επενδυτική τράπεζα Centerview Partners, για να διαμορφώσει ένα σχέδιο για την επαναφορά του χρέους της Βενεζουέλας σε βιώσιμη βάση, όπως αναφέρουν ή για να αποκόψει κάθε σχέση με τα κινεζικά κεφάλαια που στήριζαν την οικονομία μέχρι την πτώση του Ν.Μαδούρο.
Το πολυαναμενόμενο σχέδιο αναμένεται να δημοσιευθεί στις αρχές Ιουλίου, ενώ θα αποκαλυφθεί και ένα μακροοικονομικό πλαίσιο, το οποίο θα εκτιμά το μέγεθος της ταλαιπωρημένης οικονομίας της χώρας σε περίπου 100 δισ. δολάρια, από 370 δισ. δολάρια το 2012, και θα τοποθετεί τον δείκτη χρέους πάνω από το 200%.
Ωστόσο, στην αναδιάρθρωση του χρέους δεν συμμετέχει το ΔΝΤ, οπότε το σχέδιο ενδεχομένως να εμφανιστεί αναξιόπιστο στους επενδυτές, με αποτέλεσμα να έχουν δικαιολογία να αποχωρήσουν από τη χώρα ή να απαιτήσουν ανταλλάγματα για να παραμείνουν.
Γιατί εμφανίστηκε τώρα το χρέος
Τα οικονομικά προβλήματα της Βενεζουέλας δεν είναι τωρινά, όμως επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο μετά την πτώση του Μαδούρο, καθώς οι ΗΠΑ επιτρέπουν στη χώρα να βγει ξανά στις διεθνείς αγορές που εξαρτώνται από τα αμερικανικά κεφάλαια.
Προκειμένου να συμμετέχει στην παγκόσμια αγορά, η χώρα οφείλει να εγγυηθεί την οικονομική της σταθερότητα, καθώς η διαχείριση του κρατικού χρέους και των εθνικών πόρων απαιτεί θεσμική αξιοπιστία που υπερβαίνει τα κριτήρια μιας ιδιωτικής επιχείρησης.
Πέραν του σχεδίου που χρειάζεται να παρουσιάσει, λοιπόν, αυτομάτως θα υπάρξουν και εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, ενώ θα πρέπει να ληφθούν και κρίσιμες αποφάσεις.
Πού χρωστάει
Οι FT έγραψαν ότι η Βενεζουέλα αναμένεται πλέον να ξεπεράσει την αθέτηση πληρωμών της Ελλάδας ύψους 200 δισ. δολαρίων το 2012, κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης, ως τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους που έχει καταγραφεί ποτέ.
Η διαδικασία αυτή θεωρούνταν ήδη πιο περίπλοκη από οποιαδήποτε προηγούμενη αναδιάρθρωση, λόγω της ποικιλίας των χρεών της Βενεζουέλας και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τότε που το Καράκας σταμάτησε να πληρώνει τους πιστωτές του.
Επιπλέον, τα ομόλογα της κυβέρνησης και της PDVSA, της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους της Βενεζουέλας, ύψους περίπου 60 δισ. δολαρίων, συν περίπου 40 δισ. δολάρια σε τόκους μετά την αθέτηση πληρωμών, με το ποσό αυτό να αυξάνεται κατά 5 δισ. δολάρια ετησίως.
Οι Αμερικανο΄θ επενδυτές είχαν εκτιμήσει προηγουμένως ότι η Βενεζουέλα οφείλει επίσης 30-50 δισ. δολάρια σε πετρελαϊκές εταιρείες και εμπορικούς πιστωτές για ανεξόφλητα τιμολόγια, καθώς και πάνω από 20 δισ. δολάρια σε δικαστικές αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν σε εταιρείες μετά την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους από την κυβέρνηση του Τσάβες.
Επίσης, εκτιμάται ότι η Βενεζουέλα οφείλει στην Κίνα 10-20 δισ. δολάρια, χρέη τα οποία το Καράκας αποπλήρωνε στο παρελθόν από τις εξαγωγές πετρελαίου, αλλά πιστεύεται ότι έχει σταματήσει να εξυπηρετεί πλέον με αμερικανική εντολή, περίπου 6 δισ. δολάρια στη Ρωσία και 4 δισ. δολάρια σε τράπεζες ανάπτυξης.
Πλέον, οι κάτοχοι ομολόγων δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στο πόσο γρήγορα μπορεί η χώρα να ανακάμψει την παραγωγή πετρελαίου και στο πώς έχει λειτουργήσει η αποκατάσταση των πωλήσεων αργού πετρελαίου, υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ.