Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος που δεν έλαβε την άδειά του μέσα στη χρονιά θα πρέπει να αποζημιωθεί με χρήματα.

Αν δηλαδή ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει την κανονική άδεια που δικαιούται, δικαιούται τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια.

Η σχετική υποχρέωση περιλαμβάνει τόσο την αποζημίωση άδειας όσο και το επίδομα αδείας, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας.

Πώς υπολογίζεται η αποζημίωση

Ο υπολογισμός της αποζημίωσης και του επιδόματος αδείας διαφοροποιείται ανάλογα με το ημερολογιακό έτος απασχόλησης του εργαζομένου.

1ο και 2ο ημερολογιακό έτος απασχόλησης

Ο εργαζόμενος δικαιούται:

  • Αποζημίωση ίση με 2 ημερομίσθια ή 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα εργασίας.
  • Επίδομα άδειας ίσο με 2 ημερομίσθια, με ανώτατο όριο το ½ του μηνιαίου μισθού ή τα 13 ημερομίσθια.

3ο ημερολογιακό έτος και επόμενα

Από το τρίτο ημερολογιακό έτος και μετά:

  • Οφείλονται αποδοχές πλήρους κανονικής άδειας.

Καταβάλλεται πλήρες επίδομα άδειας, όπως ακριβώς θα δικαιούταν ο εργαζόμενος αν είχε λάβει την άδειά του κατά τον χρόνο λύσης της εργασιακής σχέσης.