Έντονο προβληματισμό προκαλεί η σύγκριση της φορολογικής επιβάρυνσης μεταξύ της Ελλάδας και της Κύπρου, αναδεικνύοντας για ακόμα μία φορά τις σημαντικές ανισότητες που επικρατούν στο εισοδηματικό φορολογικό πλαίσιο των δύο χωρών.

Σύμφωνα με τα ισχύοντα δεδομένα, από την 1η Ιανουαρίου 2026 στην Κύπρο το αφορολόγητο όριο διαμορφώνεται στα 22.000 ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι ένας μισθωτός ή συνταξιούχος με ετήσιο εισόδημα στο συγκεκριμένο επίπεδο δεν καταβάλλει καθόλου φόρο εισοδήματος, απολαμβάνοντας πλήρη φορολογική απαλλαγή.

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα για το ίδιο ακριβώς εισόδημα και για φορολογούμενο χωρίς παιδιά, άνω των 30 ετών, ο φόρος ανέρχεται στα 2.643 ευρώ!

Πρόκειται για μια διαφορά που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, καθώς μεταφράζεται σε άμεση επιβάρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.

Η σύγκριση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της φορολογικής δικαιοσύνης και της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών.

Ενώ η Κύπρος επιλέγει να στηρίξει τα μεσαία εισοδήματα μέσω υψηλότερου αφορολόγητου ορίου, η Ελλάδα εξακολουθεί να επιβάλλει σημαντικά βάρη ακόμη και σε εισοδήματα που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν υψηλά, ειδικά σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής.

Το αποτέλεσμα είναι πολλοί εργαζόμενοι να αισθάνονται ότι τιμωρούνται φορολογικά για εισοδήματα, που απλώς καλύπτουν βασικές ανάγκες, χωρίς ουσιαστικό περιθώριο αποταμίευσης ή βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου.

Η εικόνα αυτή ενισχύει τη συζήτηση γύρω από την ανάγκη αναθεώρησης της φορολογικής πολιτικής στην Ελλάδα, με στόχο ένα πιο ισορροπημένο και κοινωνικά δίκαιο σύστημα, που θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης και τις ανάγκες των πολιτών.