
Κι όμως, οι τιμές στα τσιγάρα και τα καπνικά προϊόντα ανεβαίνουν ξανά, με το πακέτο να φτάνει πλέον τα 6,50 ευρώ!
Αν το σκεφτεί κανείς, το κόστος έχει εκτοξευτεί: από λίγες εκατοντάδες δραχμές παλαιότερα ή περίπου δύο ευρώ στις αρχές του ευρώ, σήμερα απαιτείται ένα σημαντικό μέρος του εβδομαδιαίου εισοδήματος μόνο για μια συνήθεια που για πολλούς είναι δύσκολο να κοπεί.
Κάθε φορά που επιβάλλονται τέτοιες αυξήσεις, η επίσημη εξήγηση είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και η αποθάρρυνση των νέων από το κάπνισμα. Ωστόσο, αρκετοί αμφισβητούν αυτή τη λογική, επισημαίνοντας ότι αν η πρόθεση ήταν πραγματικά υγειονομική, θα υπήρχε μεγαλύτερη έμφαση σε προγράμματα διακοπής καπνίσματος ή σε ουσιαστική ενημέρωση.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί βλέπουν την αύξηση ως έναν εύκολο τρόπο ενίσχυσης των κρατικών εσόδων.
Με τα ήδη αυξημένα έξοδα διαβίωσης και τους μισθούς να πιέζονται, το κόστος αυτό γίνεται ακόμη πιο βαρύ. Για κάποιον που καταναλώνει ένα πακέτο την ημέρα, το μηνιαίο ποσό μπορεί να φτάσει περίπου τα 200 ευρώ!
Παράλληλα, υπάρχει και ο φόβος ότι τέτοιες αυξήσεις θα οδηγήσουν περισσότερους καταναλωτές σε παράνομες επιλογές. Όταν η διαφορά τιμής μεγαλώνει, το λαθρεμπόριο γίνεται πιο ελκυστικό, κάτι που μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για τα δημόσια έσοδα όσο και για την υγεία, λόγω ανεξέλεγκτης ποιότητας των προϊόντων.
Για πολλούς, τέτοιες αυξήσεις ενισχύουν την αίσθηση ότι όλο και περισσότερες καθημερινές επιλογές γίνονται οικονομικά δυσπρόσιτες.