
Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), αναφέρει πώς οι πιστώσεις τραπεζικών λογαριασμών που δεν συνοδεύονται από ταυτόχρονη χρέωση άλλου λογαριασμού χαρακτηρίζονται ως πρωτογενείς καταθέσεις που δύνανται να συνιστούν προσαύξηση περιουσίας και να φορολογηθούν.
Η υπόθεση προέκυψε έπειτα από φορολογικό έλεγχο στην περιουσία αποβιώσαντος, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η αποστολή εμβασμάτων σε λογαριασμούς τρίτων χωρίς να υπάρχουν έγγραφα που να τεκμηριώνουν την προέλευση των ποσών.
Ως αποτέλεσμα, τα ποσά αυτά χαρακτηρίστηκαν από τη φορολογική αρχή ως φορολογητέο εισόδημα λόγω προσαύξησης περιουσίας.
Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος προσέφυγαν με αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι οι καταλογισθείσες προσαυξήσεις δεν αποτελούσαν νέα περιουσιακή αύξηση, καθώς προέρχονταν από μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου.
Παράλληλα, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η φορολογική αρχή δεν απέδειξε τον χρόνο κατά τον οποίο επήλθε η προσαύξηση, ούτε διενήργησε επαρκή έλεγχο ως προς την προέλευση των επίμαχων ποσών.
Το Διοικητικό Εφετείο, μετά από επανέλεγχο των τραπεζικών κινήσεων, έκρινε ότι μόνο ένα μέρος των εμβασμάτων αποτελούσε πρωτογενείς καταθέσεις και, συνεπώς, μόνο αυτό μπορούσε να θεωρηθεί προσαύξηση περιουσίας.
Αντίθετα, οι δευτερογενείς μεταφορές χρημάτων, δηλαδή εκείνες που προέρχονταν από άλλους λογαριασμούς του ίδιου προσώπου, δεν συνιστούσαν νέα περιουσιακή αύξηση.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση ΣτΕ 1458/2025, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή ενήργησε νόμιμα και προέβη στα αναγκαία μέτρα ελέγχου.
Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι οι καταθέσεις που πιστώνονται σε λογαριασμούς χωρίς ταυτόχρονη χρέωση άλλου λογαριασμού χαρακτηρίζονται πρωτογενείς και μπορούν να φορολογηθούν ως προσαύξηση περιουσίας.