Από τις μέχρι τώρα προτάσεις, η περισσότερο πιθανή φαίνεται μια αύξηση του κατώτατου μισθού γύρω στο 6%.

● Μόνο ΓΣΕΕ και ΓΣΕΒΕΕ επιμένουν στην επαναφορά του θεσμού της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης.

● Εντός της επόμενης εβδομάδας συνάντηση ΓΣΕΕ – εργοδοτικών οργανώσεων.
Οι άνεργοι εξαιρέθηκαν από τις έκτακτες ενισχύσεις των μέτρων στήριξης που εξειδίκευσε χθες ο υπουργός Οικονομικών. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε χθες κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής συνέντευξης , για το αν πρέπει να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός τουλάχιστον στα 750 ευρώ, αυτούς επικαλέστηκε ο κ. Σταϊκούρας για να επιστήσει την προσοχή εκείνων που προτείνουν αυτήν την αναπροσαρμογή.

«Πρέπει να αυξάνουμε τα εισοδήματα, αλλά να δημιουργούμε και νέα εισοδήματα», είπε ο υπ. Οικονομικών τονίζοντας ότι χρειάζεται να μην αποκλίνουμε από τον στόχο μείωσης της ανεργίας.

Φυσικά, ο ίδιος δεν θέλησε να προδικάσει τη διαδικασία για τον καθορισμό του ποσοστού αύξησης των κατώτατων μισθολογικών ορίων και αρνήθηκε να απαντήσει με ένα «ναι» ή ένα «όχι», ρίχνοντας το μπαλάκι στον επισπεύδοντα υπουργό Εργασίας, ο οποίος πρέπει τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Απριλίου να καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο για τα νέα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων που θα ισχύσουν από την 1η Μαΐου.

Όμως σύμφωνα με όλες τις μέχρι τώρα ενδείξεις από τις προτάσεις που έχουν καταθέσει οι εμπλεκόμενοι επαγγελματικοί και επιστημονικοί φορείς, περισσότερο πιθανή φαίνεται μια αύξηση γύρω στο 6% που θα οδηγούσε τον κατώτατο μισθό περίπου στα 710 ευρώ από τα 663 ευρώ που είναι σήμερα.

Το γεγονός ότι η ΓΣΕΒΕΕ ήρε τις αρχικές επιφυλάξεις της και φαίνεται να συμφωνεί τελικώς σε μια πιο γενναία αύξηση που θα βοηθούσε την τόνωση της καταναλωτικής ζήτησης είναι ένα θετικό σημάδι που μένει να επιβεβαιωθεί.

Ωστόσο, το γεγονός ότι στην πρόσκληση του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, για κοινή σύσκεψη με τους εργοδοτικούς φορείς εκκρεμεί ακόμη η απάντηση των εργοδοτών, καταδεικνύει τη μεγάλη αβεβαιότητα που επικρατεί καθώς συνεχίζονται οι επιπτώσεις στην αγορά από τον συνδυασμό ενεργειακής κρίσης και πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία.

Το 2022 κλείνει μία δεκαετία από το πάγωμα που επιβλήθηκε στη διαδικασία συλλογικών διαπραγματεύσεων για την υπογραφή της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας με την οποία διαμορφώνονταν επί δεκαετίες τα κατώτατα μισθολογικά όρια, αν και εκτός από τη ΓΣΕΕ και τη ΓΣΕΒΕΕ ουδείς άλλος επιμένει στην επαναφορά του θεσμού.

Οι περισσότεροι εργοδοτικοί φορείς, προεξάρχοντος του ΣΕΒ, φαίνεται να είναι ικανοποιημένοι από τη διατήρηση αποθεσμοποίησης του ρόλου τους στη διαμόρφωση της ΕΓΣΣΕ και δεν έχουν σκοπό να μεταβάλουν αυτήν τη μνημονιακή απαγόρευση.

Αλλωστε το ενδιαφέρον των προέδρων των εργοδοτικών φορέων εστιάζεται κυρίως στο αν καταβάλλονται κανονικά οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για τα ερευνητικά και μελετητικά τους ινστιτούτα, αν θα φιγουράρουν στα επόμενα κομματικά ψηφοδέλτια και όχι για στρατηγικές «εργασιακής ειρήνης» και «κοινωνικού διαλόγου», που ενέπνευσαν ορισμένους από τους προκατόχους τους. Τότε που οι διαβουλεύσεις για τον κατώτατο μισθό ήταν διαδικασία δημοκρατική, με νόημα.

Θα είχε, όμως, ενδιαφέρον να ερωτηθούν και τα μέλη-επιχειρήσεις τους αν συμφωνούν με τις διοικητικές αποφάσεις για αυξήσεις στους μισθούς, που παρακάμπτουν τους πραγματικούς συντελεστές της παραγωγής..