Οι αναλύσεις των Bloomberg και Financial Times προειδοποιούν ότι οι πιο δύσκολες εξελίξεις  γύρω από την επάρκεια των διεθνών ενεργειακών αποθεμάτων ενδέχεται να βρίσκονται ακόμη μπροστά μας, την ώρα που πλησιάζουμε στο καλοκαίρι.

Πιο συγκεκριμένα, το Bloomberg επικαλείται δηλώσεις διευθυνόντων συμβούλων μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών των ΗΠΑ, ενώ οι Financial Times βασίζονται σε εκτιμήσεις κορυφαίων traders της αγοράς πετρελαίου.

Σύμφωνα με τις Chevron, Exxon Mobil και ConocoPhillips, όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, γίνεται συνεχής κατανάλωση τόσο των εμπορικών όσο και των στρατηγικών αποθεμάτων, καθώς και του αργού πετρελαίου που είχε αποθηκευτεί σε δεξαμενόπλοια πριν από την έναρξη των συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Παρότι αυτά τα αποθέματα συνέβαλαν σημαντικά μέχρι σήμερα στη σταθεροποίηση της κατάστασης, πλέον μειώνονται με ταχύ ρυθμό.

«Τα αποθηκευμένα καύσιμα συγκράτησαν τις τιμές, όμως τώρα εξαντλούνται», δήλωσε στο Bloomberg η οικονομική διευθύντρια της Chevron, Ίμερ Μπόνερ, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί».

Από την έναρξη του πολέμου, ο βασικός φόβος στις αγορές ενέργειας ήταν ένας: το ενδεχόμενο να επιβληθεί ναυτικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ.

Το σενάριο αυτό, που θεωρούνταν εφιαλτικό, τελικά επιβεβαιώθηκε. Οι αγορές αξιολογούσαν έναν τέτοιο αποκλεισμό ως εξαιρετικά κρίσιμο, καθώς υπό φυσιολογικές συνθήκες από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν σημειώσει άνοδο άνω του 50% από τη στιγμή που το Ιράν περιόρισε ουσιαστικά τη διέλευση πριν από δύο μήνες, ξεπερνώντας πλέον τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.

Η πτωχευμένη χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρεία Spirit Airlines (FLYYQ.PK) ανέστειλε τη λειτουργία της το Σάββατο 2 Μαΐου, αποτελώντας την πρώτη απώλεια στον κλάδο που συνδέεται με τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. Η εταιρεία δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη των πιστωτών για το σχέδιο διάσωσης που προωθούσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η κατάρρευση του συγκεκριμένου αερομεταφορέα, που αποδίδεται στον διπλασιασμό των τιμών των καυσίμων αεριωθούμενων κατά τη διάρκεια των δύο μηνών σύγκρουσης με το Ιράν, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει στην απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας. Πρόκειται για ένα σημαντικό πλήγμα για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία είχε εισηγηθεί πακέτο διάσωσης ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων για τη Spirit, παρά τις αντιδράσεις αρκετών Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι καμία αμερικανική αεροπορική εταιρεία αντίστοιχου μεγέθους —η Spirit κάλυπτε κάποτε περίπου το 5% των πτήσεων στις ΗΠΑ— δεν έχει οδηγηθεί σε εκκαθάριση τα τελευταία 20 χρόνια. Η εταιρεία είχε συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση χαμηλότερων τιμών σε αγορές όπου ανταγωνιζόταν τους μεγάλους αερομεταφορείς.

Η Χέλιμα Κροφτ, αναλύτρια γεωπολιτικής και ενέργειας και επικεφαλής της παγκόσμιας στρατηγικής εμπορευμάτων στην RBC Capital Markets, ανέφερε στους Financial Times ότι «βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθοριστική μεταβολή, ακόμη και στο κλίμα της αγοράς. Τα μηνύματα από τις ΗΠΑ γίνονται ολοένα λιγότερο αξιόπιστα, καθώς ενισχύεται η αίσθηση ότι δεν αντανακλούν την πραγματικότητα».

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι «εάν ο αποκλεισμός παραταθεί και μέσα στον Μάιο, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 140 δολάρια ανά βαρέλι».

Μέχρι σήμερα, τα διυλιστήρια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσαρμόσει την παραγωγή τους, δίνοντας έμφαση κυρίως στα καύσιμα αεροσκαφών και στο ντίζελ. Ωστόσο, καθοριστικός αναμένεται να είναι ο καλοκαιρινός μήνας, όταν αυξάνεται η ζήτηση για καύσιμα κίνησης, εντείνοντας τις ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις βενζίνης.

Όπως επισημαίνει η Κροφτ, «στα τέλη Απριλίου τα αποθέματα βενζίνης στις ΗΠΑ ανέρχονταν σε 222 εκατομμύρια βαρέλια. Αν υποχωρήσουν κάτω από τα 210 εκατομμύρια, αρχίζουν να εμφανίζονται σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά. Πλέον, πλησιάζουμε επικίνδυνα σε αυτή τη ζώνη».