Στο επίκεντρο μιας νέας, πρωτοφανούς παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης βρίσκονται τα διυλιστήρια πετρελαίου, τα οποία εξελίσσονται στο απόλυτο σημείο συμφόρησης, για τον εφοδιασμό καυσίμων διεθνώς, σύμφωνα με εκτενές αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της The Wall Street Journal.

Η σύγκρουση σε δύο μέτωπα-κλειδιά -στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία- έχει προκαλέσει δραματική καθίζηση στις εξαγωγές ντίζελ, του βασικού καυσίμου που κινεί τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τον αγροτικό τομέα σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ έχουν ήδη εκτοξευθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, σπάζοντας το φράγμα των 6 δολαρίων ανά γαλόνι και φτάνοντας τα 6,45 δολάρια, ενώ σοβαρές ελλείψεις καταγράφονται ήδη σε πρατήρια στη Λατινική Αμερική και την Αφρική.

Διπλή μέγγενη: Ουκρανικά drones και μπλόκο στον Περσικό

Η κρίση τροφοδοτείται από δύο παράλληλα γεωπολιτικά χτυπήματα:

Οι διαρκείς επιθέσεις της Ουκρανίας με drones κατά ρωσικών διυλιστηρίων -με πιο πρόσφατο το χτύπημα στις εγκαταστάσεις της Μόσχας στην Καπότνια- έχουν σχεδόν παραλύσει τη ρωσική εξαγωγική παραγωγή, αναγκάζοντας το Κρεμλίνο σε αυστηρούς περιορισμούς.

Παρά το γεγονός ότι οι χώρες του Κόλπου επένδυσαν δισεκατομμύρια την τελευταία δεκαετία σε υπερσύγχρονα διυλιστήρια (όπως το Αλ-Ζουρ στο Κουβέιτ και η Καρμπάλα στο Ιράκ), οι εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν μπλοκάρει τις εξαγωγές. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), οι ποσότητες ντίζελ που έχουν αποκλειστεί στον Περσικό Κόλπο είναι τριπλάσιες από τις απώλειες της Ρωσίας.

Ο εφιάλτης του αμερικανικού εμπάργκο

Με τη Δύση να μην έχει κατασκευάσει νέα διυλιστήρια εδώ και τρεις δεκαετίες και τις υπάρχουσες μονάδες να λειτουργούν στα όριά τους, οι ΗΠΑ είχαν απομείνει ο βασικός παραγωγός έσχατης ανάγκης.

Ωστόσο, στην Ουάσιγκτον κερδίζει πλέον έδαφος η πρόταση για πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών αμερικανικών καυσίμων, με στόχο να συγκρατηθούν οι εγχώριες τιμές ενόψει των εκλογών. Ένα τέτοιο μέτρο, σύμφωνα με αναλυτές, θα αποτελούσε τη χαριστική βολή για τη διεθνή αγορά, εκτινάσσοντας τις τιμές σε Ευρώπη και Ασία και οδηγώντας άλλους μεγάλους παίκτες, όπως την Κίνα και την Ινδία, να σφραγίσουν επίσης τις δικές τους εξαγωγές.