Η υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου εξελίσσεται σε ένα ακόμα δαπανηρό διπλωματικό και οικονομικό φιάσκο, όπου οι εξαγγελίες της κυβέρνησης για «γεωπολιτική αναβάθμιση» καταρρέουν μπροστά στην πραγματικότητα.

Την ώρα που οι Έλληνες και οι Κύπριοι καταναλωτές καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα φαραωνικό έργο ύψους σχεδόν 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, η διοίκηση και η πλειοψηφία του έργου μεταβιβάζονται ουσιαστικά στη γαλλική Meridiam.

Με το 66% των μετοχών να περνά σε ξένα χέρια, ο ΑΔΜΗΕ περιορίζεται σε ρόλο μειοψηφικού παρατηρητή, την ίδια στιγμή που το οικονομικό βάρος παραμένει ακέραιο στις πλάτες των πολιτών.

Το παράδοξο της συμφωνίας γίνεται ακόμη πιο εξοργιστικό αν αναλογιστεί κανείς τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι γαλλικοί όμιλοι με εκτεταμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Τουρκία, εμφανίζονται ως «εγγυητές» ότι η Άγκυρα δεν θα παρεμποδίσει τις εργασίες, την ίδια στιγμή που η Λευκωσία παρακολουθεί αιφνιδιασμένη και εξαιρετικά επιφυλακτική τις εξελίξεις.

Στην Κύπρο, το έργο αντιμετωπίζεται πλέον ως μια αμφιβόλου σκοπιμότητας επένδυση που εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα, με το κόστος για τους Κύπριους και Έλληνες καταναλωτές να εκτινάσσεται στα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 35ετίας, πέρα από τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η τακτική της κυβέρνησης να εκχωρεί την πλειοψηφία κρίσιμων εθνικών υποδομών σε ιδιώτες, ενώ ταυτόχρονα εισπράττει ήδη δεκάδες εκατομμύρια από τους λογαριασμούς ρεύματος του 2025, αποδεικνύε τη «γύμνια» της εξωτερικής και ενεργειακής της πολιτικής.

Όταν οι πολίτες πληρώνουν το λογαριασμό για ένα καλώδιο που ελέγχουν ξένα κεφάλαια και αμφισβητείται ευθέως από το ίδιο το κυπριακό κράτος, η υποτιθέμενη «εθνική επιτυχία» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επικίνδυνη ομολογία εκποίησης δημόσιου πλούτου.