Υπάρχουν φορές που δύο υποθέσεις, σε δύο διαφορετικές χώρες, εξελίσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε η σύγκρισή τους να γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Μέσα σε λίγες ημέρες, η υπόθεση των υποκλοπών απέκτησε νέα κεφάλαια σε τρεις διαφορετικές χώρες.
Στην Κύπρο, μια έρευνα για το περίφημο «μαύρο βαν» ανακοινώθηκε ότι τερματίζεται πριν ουσιαστικά αρχίσει και, μέσα σε περίπου τρεις ημέρες, άνοιξε ξανά ο δρόμος για τη διεξαγωγή της.
Στο Ισραήλ, ο Ταλ Ντίλιαν πέτυχε ευνοϊκή δικαστική απόφαση σε αστική υπόθεση δυσφήμισης εναντίον του Έλληνα δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, ενός από τα πλέον γνωστά θύματα του Predator στην Ελλάδα.
Και στην Αθήνα, σχεδόν ταυτόχρονα, η υπόθεση εξακολουθεί να κινείται σε διαφορετικά δικαστικά επίπεδα… Εφετείο, Συμβούλιο της Επικρατείας και Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Από την 1η Σεπτεμβρίου υπάρχει επιπλέον μία νέα μηνυτήρια αναφορά από εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ίδιας της ΕΥΠ, με αίτημα να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων, και το αδίκημα της Κατασκοπείας.
«Περίεργα πράγματα… Μα τι συμβαίνει τελικά με τις υποκλοπές σε Ελλάδα και Κύπρο; Και πόσο μοιάζουν οι δύο υποθέσεις;»
Η απάντηση εξακολουθεί να απαιτεί προσοχή. Δεν είναι ίδιες υποθέσεις. Δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να αποδεικνύει κοινό κρατικό μηχανισμό Ελλάδας και Κύπρου.
Υπάρχουν όμως πλέον αρκετές διασταυρώσεις προσώπων, εταιρειών, τεχνολογιών και δικαστικών εξελίξεων ώστε η σύγκριση να μην μπορεί να απορριφθεί ως αυθαίρετη.
Κύπρος: Μια υπόθεση έκλεισε τη Δευτέρα και άρχισε να ξανανοίγει την Πέμπτη
Η ιστορία άρχισε το 2019, όταν το γνωστό πλέον «μαύρο βαν», συνδεδεμένο με την εταιρεία WiSpear Systems και τον Ταλ Ντίλιαν, βρέθηκε στο επίκεντρο έρευνας για τεχνολογίες παρακολούθησης.
Ακολούθησε ποινική διερεύνηση. Τον Νοέμβριο του 2021, όμως, η ποινική δίωξη εναντίον του Ντίλιαν και δύο ακόμη φυσικών προσώπων ανεστάλη με απόφαση της κυπριακής Νομικής Υπηρεσίας. Η WiSpear Systems συνέχισε να αντιμετωπίζει κατηγορίες, παραδέχθηκε τελικά ενοχή σε 42 από αυτές και τον Φεβρουάριο του 2022 της επιβλήθηκε πρόστιμο 76.000 ευρώ. Παράλληλα, η κυπριακή Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων είχε επιβάλει στη WS WiSpear Systems διοικητικό πρόστιμο 925.000 ευρώ για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Με απλά λόγια, υπήρξε κύρωση σε βάρος της εταιρείας, αλλά ο ίδιος ο Ντίλιαν δεν οδηγήθηκε τελικά σε δίκη για την κυπριακή υπόθεση.
Και για χρόνια θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι κάπου εκεί μπήκε η τελεία.
Μόνο που η τελεία αποδεικνύεται πλέον περισσότερο σαν αποσιωπητικά.
Η έρευνα που ετοιμαζόταν να αρχίσει και σταμάτησε
Το 2023 ο τότε Γενικός Ελεγκτής της Κυπριακής Δημοκρατίας, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, υπέβαλε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς σχετικά με πτυχές της υπόθεσης του «μαύρου βαν». Το 2026 η Αρχή αποφάσισε να κινηθεί προς νέα διερεύνηση και, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, είχε προχωρήσει μέχρι και στην επιλογή δύο Βρετανών ερευνητών και ενός Κύπριου νομικού.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, όμως, ανακοινώθηκε ότι η διαδικασία δεν θα προχωρούσε. Η Νομική Υπηρεσία είχε υποστηρίξει ότι τα ζητήματα που επρόκειτο να αποτελέσουν αντικείμενο της νέας έρευνας είχαν ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης ποινικής διερεύνησης. Η Αρχή κατά της Διαφθοράς, λαμβάνοντας υπόψη και τους περιορισμούς που θέτει η σχετική νομοθεσία όταν ένα θέμα έχει ήδη διερευνηθεί ποινικά, ανακοίνωσε τον τερματισμό της διαδικασίας.
Θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι η υπόθεση έκλεισε.
Μόνο που μία ημέρα αργότερα τα πράγματα περιπλέχθηκαν ακόμη περισσότερο.
Η ημερομηνία που αλλάζει τα δεδομένα
Στις 15 Σεπτεμβρίου η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς απάντησε δημόσια στον Γενικό Εισαγγελέα. Σύμφωνα με την ίδια την Αρχή, στη συνάντηση της 29ης Ιουλίου 2026 στη Νομική Υπηρεσία είχε καταστεί σαφές ότι η νέα διερεύνηση θα κάλυπτε όλες τις πτυχές της υπόθεσης και θα περιλάμβανε και ζητήματα που αφορούσαν τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη. Η Αρχή αναφέρει μάλιστα ότι ο ίδιος αποχώρησε από τη συγκεκριμένη συνάντηση όταν έγινε σαφές ότι η έρευνα θα μπορούσε να αφορά και το πρόσωπό του.
Ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης απάντησε ότι οι επίσημοι όροι εντολής που του είχαν αποσταλεί δεν περιλάμβαναν διερεύνηση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και κατηγόρησε την Αρχή ότι παρουσίαζε αποσπασματικά και επιλεκτικά όσα ειπώθηκαν στη συνάντηση.
Και εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας επισήμανε ότι η αρχική έρευνα για το «μαύρο βαν» είχε ολοκληρωθεί το 2021, ενώ οι επίμαχες καταγγελίες που αφορούσαν τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα είχαν υποβληθεί το 2023.
Άρα, εκ των πραγμάτων, αυτές οι μεταγενέστερες καταγγελίες δεν μπορούσαν να έχουν εξεταστεί από έρευνα που είχε ολοκληρωθεί δύο χρόνια νωρίτερα.
Και κάπου εδώ το πράγμα αποκτά ιδιαίτερο θεσμικό ενδιαφέρον.
Δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες είναι αληθείς. Αυτό πρέπει να το κρίνει μια αρμόδια και ανεξάρτητη έρευνα.
Σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση πως όλες οι μεταγενέστερες πτυχές είχαν ήδη διερευνηθεί.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, ο «Πολίτης» αποκάλυψε ότι η Αρχή κατά της Διαφθοράς προετοιμάζεται πλέον να προχωρήσει εκ νέου στη διερεύνηση του «μαύρου βαν», όχι μόνο ως προς το ζήτημα Αγγελίδη αλλά και ως προς άλλες πτυχές που δεν εξετάστηκαν στην προηγούμενη διαδικασία.
Και εδώ εμφανίζεται πλέον άμεση ελληνική διάσταση. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, μεταξύ των νέων δεδομένων που ενδέχεται να αξιολογηθούν βρίσκονται και όσα προέκυψαν από την ελληνική δικαστική διαδικασία και την πρωτόδικη καταδίκη προσώπων που συνδέονται με την υπόθεση Predator.
Χρειάζεται, πάντως, μία διευκρίνιση. Η νέα κυπριακή έρευνα δεν έχει ακόμη τυπικά αρχίσει. Η Αρχή αποφάσισε πρώτα να ζητήσει εξωτερική νομική γνωμάτευση για την ερμηνεία του άρθρου 10. Η ίδια, όταν ρωτήθηκε από την Cyprus Mail, δεν επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε ότι η έρευνα επαναρχίζει και δήλωσε ότι θα προχωρήσει σε δημόσια ανακοίνωση όταν κρίνει κατάλληλη τη στιγμή.
Η σωστή διατύπωση σήμερα είναι η εξής: Η υπόθεση δεν έχει ξανανοίξει ακόμη επισήμως, αλλά ο δρόμος για νέα έρευνα έχει ανοίξει ξανά.
Ενώ αυτά συμβαίνουν στην Κύπρο, ο Ντίλιαν κερδίζει δικαστική μάχη στο… Ισραήλ
Την ίδια ημέρα ήρθε μία διαφορετική εξέλιξη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Rishon LeZion στο Ισραήλ έκανε δεκτή, σύμφωνα με δημοσιεύματα σε Ελλάδα και Κύπρο, αγωγή δυσφήμισης του Ταλ Ντίλιαν κατά του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη.
Ο Κουκάκης δεν είναι ένας τυχαίος δημοσιογράφος που σχολίασε την υπόθεση. Είναι ο δημοσιογράφος του οποίου το τηλέφωνο είχε μολυνθεί με Predator και ένα από τα κεντρικά πρόσωπα μέσα από τα οποία άρχισε να ξετυλίγεται η ελληνική υπόθεση.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της 17ης Σεπτεμβρίου, το ισραηλινό δικαστήριο επιδίκασε στον Ντίλιαν ποσό περίπου 75.000 ευρώ, διέταξε την αφαίρεση των επίμαχων αναρτήσεων και την ανάρτηση απολογητικής δήλωσης στα ελληνικά, αγγλικά και εβραϊκά.
Αλλά τι είχε ακριβώς γράψει ο Κουκάκης;
Εδώ έχει ενδιαφέρον η αρχική ισραηλινή δημοσιογραφική κάλυψη της ίδιας της αγωγής. Στις 25 Νοεμβρίου 2025, η ισραηλινή ιστοσελίδα The Seventh Eye δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για την αγωγή Ντίλιαν, με αριθμό υπόθεσης 69414-11-25.
Σύμφωνα με εκείνο το δημοσίευμα, ο Ντίλιαν υποστήριζε ότι ο Κουκάκης δεν περιοριζόταν στην καταγραφή του γεγονότος ότι το Predator είχε χρησιμοποιηθεί στην Ελλάδα, αλλά τον συνέδεε προσωπικά με παράνομες επιχειρήσεις παρακολούθησης.
Μεταξύ των επίμαχων δημοσιεύσεων υπήρχε ανάρτηση του Κουκάκη που παρέπεμπε σε βίντεο για όσα συνέβησαν με το Predator και την παρακολούθηση πολιτικών, δικαστικών, διπλωματών, στρατιωτικών, στελεχών της ΕΥΠ, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών στην Ελλάδα.
Σε άλλη ανάρτηση, ο Κουκάκης είχε αναφερθεί σε «ενιαίο κέντρο παρακολούθησης» Predator και ΕΥΠ.
Σε τρίτη, σύμφωνα πάντα με την αγωγή, έκανε λόγο για μια χώρα όπου η στρατιωτική και διπλωματική της ηγεσία παρακολουθούνταν «με τα εργαλεία του κ. Ντίλιαν».
Ο Ντίλιαν υποστήριξε επίσης στην αγωγή του ότι υλικό που αναπαρήγαγε ο δημοσιογράφος τον εμφάνιζε να πουλά συστήματα παρακολούθησης σε δικτατορικά καθεστώτα, καθεστώτα που κατηγορούνται για ιδιαίτερα σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκληματικές οργανώσεις, καθώς και ως κεντρικό πρόσωπο ενός παγκόσμιου χάους στον τομέα της ασφάλειας.
Τι αποδεικνύει και τι ΔΕΝ αποδεικνύει η απόφαση στο Ισραήλ
Εδώ χρειάζεται μεγάλη ακρίβεια.
Η ισραηλινή απόφαση είναι μία αστική απόφαση περί δυσφήμισης. Δεν είναι ποινική αθώωση του Ντίλιαν για την ελληνική υπόθεση Predator.
Δεν ανατρέπει την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου. Δεν αποφαίνεται για το σύνολο της ελληνικής υπόθεσης. Και δεν απαντά από μόνη της στο βασικό ερώτημα για το ποιος αγόρασε, ποιος είχε στην κατοχή του και ποιος λειτουργούσε το Predator στην Ελλάδα.
Άλλωστε, εδώ εμφανίζεται μια αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια.
Σύμφωνα με το δημοσιευμένο περιεχόμενο του δικογράφου της ίδιας αγωγής, ο Ντίλιαν είχε υποστηρίξει ενώπιον της ισραηλινής Δικαιοσύνης ότι πούλησε το Predator σε ελληνικές κρατικές οντότητες, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η συγκεκριμένη πώληση ήταν απολύτως νόμιμη.
Η θέση του είναι διαφορετική ως προς τη χρήση… Υποστηρίζει ότι ο ίδιος και η Intellexa δεν λειτουργούσαν το σύστημα για λογαριασμό του πελάτη και δεν ευθύνονται για ενδεχόμενη παράνομη χρήση μετά την παράδοσή του.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Από τη μία πλευρά, ο Ντίλιαν κερδίζει στο Ισραήλ μία αστική υπόθεση που αφορά ισχυρισμούς περί προσωπικής του συμμετοχής σε παράνομες παρακολουθήσεις. Από την άλλη, στο δικόγραφο της ίδιας αντιδικίας υπάρχει, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, ο ισχυρισμός του ότι το Predator είχε πωληθεί σε ελληνικές κρατικές Αρχές.
Τα δύο δεν είναι αντίφαση από νομική άποψη. Άλλο η πώληση ενός συστήματος σε κρατικό φορέα και άλλο η προσωπική συμμετοχή του πωλητή στην επιλογή και παρακολούθηση συγκεκριμένων στόχων. Αλλά για την ελληνική υπόθεση η διάκριση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική.
Και ξαφνικά… Ελλάδα
Και εδώ η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη. Ο Ταλ Ντίλιαν, του οποίου η ποινική δίωξη ανεστάλη στην Κύπρο, βρίσκεται στο επίκεντρο και της ελληνικής υπόθεσης Predator.
Με μία ουσιώδη διαφορά: στην Ελλάδα οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε πρωτοδίκως.
Η ελληνική Δικαιοσύνη είχε ήδη δει το ισραηλινό δικόγραφο
Το ισραηλινό δικόγραφο δεν ήταν άγνωστο στις ελληνικές Αρχές.
Το καλοκαίρι του 2026 τέθηκε υπόψη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στο πλαίσιο αιτημάτων για ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο.
Η εισαγγελική κρίση ήταν ότι ούτε οι δημόσιες δηλώσεις του Ντίλιαν, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία του πουλά τεχνολογία σε κρατικές υπηρεσίες αλλά δεν τη λειτουργεί για λογαριασμό τους, ούτε το περιεχόμενο της αγωγής που είχε καταθέσει στο Ισραήλ αποτελούσαν νέα πραγματικά περιστατικά ή νέα αποδεικτικά στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της αρχειοθετημένης υπόθεσης.
Αυτή είναι σήμερα η θεσμική ελληνική πραγματικότητα. Αλλά δεν είναι και το τέλος των δικαστικών διαδικασιών.
Σε επίπεδο ουσίας, η ελληνική εισαγγελική έρευνα ως προς πιθανή εμπλοκή της ΕΥΠ, της Αντιτρομοκρατικής ή άλλης κρατικής Υπηρεσίας είχε τεθεί στο αρχείο. Η σχετική κρίση κατέληξε ότι, από το υλικό που είχε εξεταστεί, δεν προέκυψε κρατική εμπλοκή στη χρήση του Predator.
Η Κυβέρνηση επικαλείται αυτήν ακριβώς τη δικαστική εξέλιξη. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι το ζήτημα της σύνδεσης με κρατικές υπηρεσίες έχει κριθεί από τη Δικαιοσύνη παραλείποντας να διευκρινήσει τι ακριβώς και πως κρίθηκε… Ότι δηλαδή άλλο πράγμα είναι μια δικαστική Απόφαση και άλλο πράγμα μια εισαγγελική Διάταξη, ενώ υπενθύμισε ότι παραμένει ανοικτό το δεύτερο δικαστικό στάδιο για τους τέσσερις καταδικασθέντες.
Όμως, στην Ελλάδα εμφανίστηκε μία νέα ποινική διάσταση
Υπάρχει, όμως, μία ακόμη εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Στις 1 Σεπτεμβρίου 2026, ο Γ.Π., εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ και θύμα στοχοποίησης μέσω Predator, κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αναφορά στρέφεται κατά των Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιου, Ιωάννη Λαβράνου και Σάρας Χάμου, οι οποίοι έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως στην υπόθεση Predator, ενώ δημοσιεύματα αναφέρουν ότι στρέφεται και κατά παντός υπευθύνου. Θέτει ζήτημα σειράς κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων και της Κατασκοπείας, με το επιχείρημα ότι η παγίδευση τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ μπορεί να αφορά όχι μόνο το ατομικό απόρρητο αλλά και πληροφορίες σχετικές με την Εθνική Ασφάλεια.
Και εδώ προκύπτει ένα νέο θεσμικό ερώτημα.
Εισαγγελείς έχουν ήδη εκδώσει Διάταξη κρίνοντας ότι τα στοιχεία που είχαν προσκομιστεί για πιθανή κρατική εμπλοκή δεν δικαιολογούσαν την ανάσυρση της παλαιότερης αρχειοθετημένης δικογραφίας.
Τώρα, όμως, δεν έχουμε απλώς ένα ακόμη δημοσίευμα ή μια πολιτική καταγγελία. Έχουμε έναν εν ενεργεία αξιωματούχο της ίδιας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο οποίος προσφεύγει επισήμως στην Εισαγγελία και ζητά να διερευνηθεί αν η παγίδευσή του με Predator μπορεί να στοιχειοθετεί Κατασκοπεία και απειλή για την Εθνική Ασφάλεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες του έχουν ήδη αποδειχθεί. Ούτε σημαίνει ότι η παλαιότερη δικογραφία έχει επανανοιχθεί.
Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει πλέον ένα νέο και αυτοτελές ποινικό αίτημα, το οποίο η αρμόδια Εισαγγελία καλείται να αξιολογήσει. Μέχρι το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου 2026 δεν είχε δημοσιοποιηθεί άσκηση νέας ποινικής δίωξης που να προκύπτει από τη συγκεκριμένη μηνυτήρια αναφορά.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη σύγκριση Ελλάδας και Κύπρου. Στην Κύπρο, μια νέα καταγγελία που δεν είχε εξεταστεί στην προηγούμενη έρευνα οδήγησε τις αρμόδιες Αρχές να επανεξετάσουν αν η υπόθεση του «μαύρου βαν» μπορεί να διερευνηθεί εκ νέου. Στην Ελλάδα, μένει τώρα να φανεί πώς θα αντιμετωπιστεί θεσμικά η νέα μήνυση ενός εν ενεργεία στελέχους της ΕΥΠ για Κατασκοπεία μέσω Predator.
Και αυτή ίσως είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ομοιότητες των δύο υποθέσεων… Νέες καταγγελίες εμφανίζονται αφού κρίσιμα σκέλη τους είχαν ήδη θεωρηθεί θεσμικά ολοκληρωμένα.
Στην Ελλάδα ο Ντίλιαν έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως
Στις 26 Φεβρουαρίου 2026, το ελληνικό δικαστήριο έκρινε ενόχους τον Ταλ Ντίλιαν, τη Σάρα Χαμού, τον Φέλιξ Μπίτζιο και τον Γιάννη Λαβράνο για αδικήματα σχετικά με την παραβίαση του απορρήτου και την παράνομη πρόσβαση σε δεδομένα.
Το δικαστήριο επέβαλε συνολικές ποινές 126 ετών και οκτώ μηνών, με εκτιτέα τα οκτώ έτη, ενώ οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση.
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό έχει προσδιοριστεί για τις 11 Δεκεμβρίου 2026.
Συνεπώς, η σημερινή ισραηλινή απόφαση δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως δικαστική «ακύρωση» της ελληνικής καταδίκης. Πρόκειται για δύο διαφορετικά δικαστήρια, δύο διαφορετικές έννομες τάξεις και, κυρίως, δύο διαφορετικά αντικείμενα δίκης. Το ένα εξετάζει δυσφημιστικές αναφορές. Το άλλο εξετάζει ποινικές ευθύνες για το Predator.
Στις 11 Δεκεμβρίου δεν θα έχουμε μόνο το Εφετείο
Υπάρχει όμως σήμερα και ακόμη μία ελληνική εξέλιξη.
Με την απόφαση 709/2026, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε διατάξει την ΕΥΠ να αποστείλει τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του Θανάση Κουκάκη και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Αν ο φάκελος είχε καταστραφεί, η Υπηρεσία όφειλε να γνωστοποιήσει με ποια διάταξη έγινε αυτό και να τον ανασυστήσει.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των ΝΕΩΝ, η ΕΥΠ απέστειλε τελικά υλικό στο ΣτΕ, χαρακτηρίζοντάς το απόρρητο, με αποτέλεσμα ο Κουκάκης και οι δικηγόροι του να μην έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενό του.
Το υλικό αυτό πρόκειται να αξιολογηθεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 11 Δεκεμβρίου 2026. Την ίδια ακριβώς ημέρα που αρχίζει και το Εφετείο του Ντίλιαν και των άλλων τριών καταδικασθέντων.
Μία ημερομηνία, λοιπόν, δύο διαφορετικά δικαστικά μέτωπα.
Ο Κουκάκης βρίσκεται ήδη στο Στρασβούργο
Υπάρχει και ένα τρίτο επίπεδο.
Στις 25 Αυγούστου 2026 κατατέθηκε νέα προσφυγή του Θανάση Κουκάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η προσφυγή αφορά τόσο την παρακολούθησή του από την ΕΥΠ όσο και τη μόλυνση του τηλεφώνου του με Predator και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές δικαστικές Αρχές διερεύνησαν τις δύο υποθέσεις.
Οι δικηγόροι του θέτουν ζητήματα ιδιωτικής ζωής, ελευθερίας της έκφρασης και προστασίας δημοσιογραφικών πηγών, αποτελεσματικής προσφυγής και αντικειμενικής αμεροληψίας της διαδικασίας.
Άρα ο ίδιος δημοσιογράφος που σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με δυσμενή αστική απόφαση στο Ισραήλ είναι ταυτόχρονα, θύμα επιβεβαιωμένης μόλυνσης του τηλεφώνου του με Predator, διάδικος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την παρακολούθησή του από την ΕΥΠ και προσφεύγων κατά της Ελλάδας ενώπιον του ΕΔΔΑ.
Τρεις διαφορετικές διαδικασίες. Τρία διαφορετικά νομικά ερωτήματα. Καμία δεν πρέπει να συγχέεται με την άλλη.
Ελλάδα και Κύπρος… Μοιάζουν τελικά;
Κάπου εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα.
Οι δύο υποθέσεις δεν είναι ταυτόσημες. Αλλά παρουσιάζουν μία κοινή ιδιομορφία.
Και στις δύο χώρες έχει υπάρξει δικαστική ή διοικητική απόδοση ευθύνης για συγκεκριμένες ενέργειες ιδιωτικών εταιρειών ή προσώπων.
Υπάρχει όμως μία πρώτη ουσιώδης διαφορά. Στην Κύπρο, η ποινική διαδικασία κατέληξε σε καταδίκη του νομικού προσώπου, ενώ η δίωξη των φυσικών προσώπων ανεστάλη. Στην Ελλάδα, τέσσερα φυσικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Ντίλιαν, καταδικάστηκαν πρωτοδίκως.
Και στις δύο, όμως, παραμένει η ίδια δύσκολη διαχωριστική γραμμή… Άλλο η απόδειξη παράνομης δραστηριότητας από ιδιώτες και άλλο η απόδειξη σύνδεσής της με κρατικούς μηχανισμούς.
Και στις δύο χώρες, όμως, η διερεύνηση του ευρύτερου κρατικού ή θεσμικού σκέλους αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη.
Στην Κύπρο, μια υπόθεση που μόλις πριν από λίγες ημέρες θεωρήθηκε ότι δεν μπορούσε να ερευνηθεί ξανά βρίσκεται ήδη στο στάδιο επανεξέτασης αυτής ακριβώς της θέσης, επειδή προέκυψε ότι σημαντική καταγγελία του 2023 δεν είχε ερευνηθεί προηγουμένως.
Στην Ελλάδα, η παλαιότερη έρευνα για ενδεχόμενη κρατική εμπλοκή έχει παραμείνει στο αρχείο, παρά τις μεταγενέστερες δηλώσεις και τα δικαστικά έγγραφα του ίδιου του Ντίλιαν. Από την 1η Σεπτεμβρίου, όμως, η Εισαγγελία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο και αυτοτελές αίτημα διερεύνησης Κατασκοπείας, αυτή τη φορά από εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ίδιας της ΕΥΠ.
Την ίδια στιγμή, όμως, παραμένουν ενεργά το Εφετείο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και οι αστικές αγωγές των θυμάτων. Και τώρα υπάρχει και η ισραηλινή απόφαση.
Η σύγκριση που πρέπει να γίνει, χωρίς εύκολα συμπεράσματα
Το σοβαρότερο ερώτημα είναι άλλο. Γιατί σε δύο χώρες που συνδέονται με το ίδιο διεθνές οικοσύστημα τεχνολογιών παρακολούθησης βλέπουμε υποθέσεις να θεωρούνται ολοκληρωμένες και, λίγο αργότερα, νέα στοιχεία ή νέες καταγγελίες να δημιουργούν και πάλι ερωτήματα;
Γιατί η έρευνα στην Κύπρο σταμάτησε ακριβώς πριν αρχίσει, ενώ ακολούθησε δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ δύο θεσμών για το τι ακριβώς γνώριζε ο ένας από τον άλλο; Γιατί μια καταγγελία του 2023 εμφανίζεται ως μη εξετασθείσα;
Και στην Ελλάδα, τι ακριβώς θα γίνει με τη μήνυση ενός εν ενεργεία στελέχους της ΕΥΠ που ζητά να διερευνηθεί Κατασκοπεία; Θα διερευνηθεί αυτοτελώς και σε βάθος; Θα θεωρηθεί ότι καλύπτεται από τις προηγούμενες έρευνες; Ή θα προκύψουν στοιχεία που θα οδηγήσουν σε νέα εισαγγελική αξιολόγηση; Θυμίζουμε ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ζήτησε την έρευνα αυτού του ζητήματος…
Η πιο παράξενη εικόνα της υπόθεσης
Ο Ταλ Ντίλιαν βρίσκεται σήμερα σε μια ασυνήθιστη δικαστική θέση.
Στην Ελλάδα είναι πρωτοδίκως καταδικασμένος και περιμένει την έφεσή του.
Στο Ισραήλ είναι νικητής σε αστική υπόθεση δυσφήμισης απέναντι σε έναν από τους ανθρώπους των οποίων το τηλέφωνο μολύνθηκε με Predator.
Στην Κύπρο είχε χαιρετίσει πριν από λίγες ημέρες το κλείσιμο της έρευνας για το «μαύρο βαν», θεωρώντας ότι αυτό δικαιώνει τη θέση του ότι οι δύο υποθέσεις δεν πρέπει να συνδέονται.
Και σήμερα η αρμόδια κυπριακή Αρχή εξετάζει ξανά αν πρέπει να αρχίσει νέα έρευνα, λαμβάνοντας ενδεχομένως υπόψη και όσα προέκυψαν στην Ελλάδα.
Δεν πρόκειται για απόδειξη κάποιου κοινού σχεδίου. Είναι όμως ένα ασυνήθιστο πλέγμα δικαστικών και θεσμικών διαδικασιών σε τρεις χώρες γύρω από το ίδιο πρόσωπο, την ίδια τεχνολογική οικογένεια και παρόμοια ερωτήματα.
Ποιος αγόρασε το Predator; Ποιος είχε επιχειρησιακό έλεγχο; Ποιος επέλεγε τους στόχους; Ποιοι γνώριζαν; Και, κυρίως, έχουν οι αρμόδιες αρχές σε Ελλάδα και Κύπρο εξετάσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν όχι με θεωρίες συνωμοσίας ή πολιτικά συνθήματα, αλλά με έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις, ψηφιακά ίχνη, εταιρικά στοιχεία και πλήρη θεσμικό έλεγχο.
Στην πράξη, οι απαντήσεις περνούν από συμβάσεις, άδειες εξαγωγής, τιμολόγια, τεχνικά αρχεία, logs, εταιρικά έγγραφα, μαρτυρίες και δικαστικές αποφάσεις.
Γιατί όταν μιλάμε για τεχνολογίες που μπορούν να μετατρέψουν ένα κινητό τηλέφωνο σε μηχανισμό πλήρους παρακολούθησης, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ιδιωτικότητα πολιτικών, δημοσιογράφων ή κρατικών υπαλλήλων.
Αφορά το ίδιο το Κράτος Δικαίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την Εθνική Ασφάλεια.
Μέχρι τότε, η αρχική απορία παραμένει.
«Περίεργα πράγματα… Μα τι συμβαίνει τελικά με τις υποκλοπές σε Ελλάδα και Κύπρο; Μοιάζουν;»
Όχι τόσο ώστε να μπορούμε να τις ταυτίσουμε. Αλλά αρκετά ώστε κάθε νέα εξέλιξη στη μία χώρα να καθιστά εύλογο να κοιτάζουμε προσεκτικά τι συμβαίνει και στην άλλη.
Σημείωση: Το άρθρο βασίζεται σε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία έως το βράδυ της 20ης Σεπτεμβρίου 2026. Η απόφαση του ισραηλινού δικαστηρίου παρουσιάζεται βάσει των δημοσιευμένων πληροφοριών, καθώς κατά τον χρόνο σύνταξης δεν είχε εντοπιστεί δημόσια διαθέσιμο πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου της απόφασης. Όπου αναφέρονται καταγγελίες ή ισχυρισμοί που δεν έχουν κριθεί δικαστικά, παρουσιάζονται ως τέτοιοι.
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer