Η νέα μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε ο Γ.Π., εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ και
δημόσια καταγεγραμμένο θύμα στοχοποίησης με Predator, δεν είναι απλώς μία ακόμη δικαστική
κίνηση.
Είναι η εξέλιξη που επαναφέρει το σκάνδαλο εκεί όπου ίσως έπρεπε να βρίσκεται εξαρχής.
Στο πεδίο της Εθνικής Ασφάλειας και της Κατασκοπείας.
Η μηνυτήρια αναφορά σύμφωνα με όσα διαβάσαμε και ακούσαμε από τον δικηγόρο του Απόστολο Πόντα στρέφεται κατά των τεσσάρων ήδη πρωτοδίκως καταδικασθέντων, αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου, και ζητεί να διερευνηθούν, μεταξύ άλλων, παραβίαση απορρήτου, εγκληματική οργάνωση και Κατασκοπεία εις βάρος της χώρας. (Πηγές: ERTNews, 1/9/2026; in.gr, 1/9/2026)
Η σημασία της κίνησης δεν βρίσκεται μόνο στην ιδιότητα του μηνυτή. Κατά τον συνήγορό του, η υπηρεσιακή του θέση συνεπαγόταν διαχείριση απόρρητων και διαβαθμισμένων πληροφοριών, άρα πιθανή πρόσβαση τρίτων στη συσκευή του μπορούσε να εκθέσει όχι απλώς προσωπικά δεδομένα αλλά κρατικές πληροφορίες.
Ο συνήγορός του έχει υποστηρίξει δημόσια ότι η υπόθεση συνιστά Κατασκοπεία. Πρόκειται για νομική θέση της πλευράς του μηνυτή και όχι μόνο… Θυμίζουμε ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ζητά την διερεύνηση Κατασκοπείας…
Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, είναι αναπόφευκτο… Ποιος μπορούσε να αποκτήσει τέτοια δεδομένα και για λογαριασμό ποίου; (Πηγές: ERTNews, 1/9/2026)
Αυτό καθιστά ακόμη δυσκολότερη την αφήγηση ότι το Predator ήταν αποκλειστικά μια υπόθεση
τεσσάρων ιδιωτών.
Η πρωτόδικη απόφαση καταδίκασε πρόσωπα που συνδέθηκαν με το εταιρικό οικοσύστημα του λογισμικού, χωρίς να απαντήσει ολοκληρωμένα ποιος επέλεγε τους στόχους, ποιος είχε επιχειρησιακό ενδιαφέρον για αυτούς και ποιος αξιοποιούσε το προϊόν της παρακολούθησης.
Η νέα μηνυτήρια αναφορά φέρνει νέα δεδομένα στην εξέλιξη της υπόθεσης.
Και δεν αφορά έναν μοναδικό άνθρωπο της Υπηρεσίας. Από δημόσια διαθέσιμα στοιχεία,
δικαστικές καταθέσεις και ενέργειες θυμάτων προκύπτει ότι περισσότερα στελέχη της ΕΥΠ,
ακόμη και πρόσωπα με θέσεις ευθύνης εκείνο το διάστημα, είχαν βρεθεί στο στόχαστρο του
Predator.
Αυτό αλλάζει την αναλυτική εικόνα. Όταν οι στόχοι περιλαμβάνουν ανθρώπους που υπηρετούν σε πεδία ασφάλειας, διοίκησης και κυβερνοχώρου, η υπόθεση παύει να είναι μόνο σκάνδαλο ιδιωτικότητας και αποκτά σαφή αντιπληροφοριακή διάσταση. (Πηγές: in.gr – δήλωση
Ζ. Κεσσέ, 1/9/2026)
Το ίδιο ισχύει για τα δύο πρώην στελέχη της ΕΥΠ που είχαν ήδη εμφανιστεί δημόσια ως στόχοι
του Predator και αργότερα κατέθεσαν στην ποινική δίκη.
Τον Ιούλιο του 2026 περιλαμβάνονταν μεταξύ των θυμάτων που άσκησαν αστικές αγωγές κατά της Intellexa και φυσικών προσώπων. Η ύπαρξη πολλαπλών περιπτώσεων μέσα στην ίδια Υπηρεσία δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζεται η νέα μηνυτήρια αναφορά ως μεμονωμένο επεισόδιο.
Σε αυτό το σημείο επανέρχεται και η υπόθεση των 78 υποχρεωτικών μετατάξεων στελεχών της
ΕΥΠ στην ΕΛ.ΑΣ. τον Δεκέμβριο του 2021.
Δεκαεννέα από τους μεταταγέντες προσέφυγαν δικαστικά και δικαιώθηκαν, ενώ η ΑΠΔΠΧ διαπίστωσε μεταγενέστερα παράνομη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων μετατασσόμενων υπαλλήλων πριν ακόμη δημοσιευθεί ο νόμος που αποτέλεσε το νομοθετικό έρεισμα της διαδικασίας.
Παράλληλα, ήδη από το 2022 είχε δημοσιοποιηθεί ότι δύο υπάλληλοι που βρίσκονταν σε υπηρεσιακή αντιπαράθεση και είχαν προβεί σε εξώδικες ενέργειες είχαν δεχθεί κακόβουλα Predator links πριν από τη μετάταξή τους.
(Πηγές: ΑΠΔΠΧ – Απόφαση 40/2024; GovWatch, 10/9/2022)
Δεν είναι νομικά ορθό να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι οι 78 μετατάξεις έγιναν επειδή κάποιοι
αρνήθηκαν παράνομες εντολές.
Είναι όμως απολύτως θεμιτό να διερευνηθεί η εκδοχή αυτή, όταν συνυπάρχουν χρονική εγγύτητα, υπηρεσιακές συγκρούσεις, συνδικαλιστική διάσταση, δικαστικές ακυρώσεις, παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και πραγματική στοχοποίηση υπαλλήλων της Υπηρεσίας από το Predator.
Η νέα μηνυτήρια αναφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή ακολουθεί τις
επανειλημμένες αρνήσεις ανάσυρσης του κρατικού σκέλους της υπόθεσης.
Η μηνυτήρια αναφορά του Γ.Π. δεν ανασύρει αυτομάτως την παλαιά δικογραφία. Εάν όμως περιέχει ή οδηγήσει σε νέα πραγματικά στοιχεία, μπορεί να δημιουργήσει αυτοτελή ποινική διαδρομή και να τροφοδοτήσει νέα αξιολόγηση κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ. (Πηγές: ΚΠΔ, άρθρο 43)
Από εδώ και πέρα, το ερώτημα για την Κυβέρνηση και τη Διοίκηση της ΕΥΠ είναι καθαρό.
Η Υπηρεσία υπάγεται στην Προεδρία της Κυβέρνησης και αυτή στον Πρωθυπουργό. Όταν εν
ενεργεία στέλεχός της υποστηρίζει ότι υπήρξε στόχος δραστηριότητας ικανής να εκθέσει κρατικά
απόρρητα, η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ιδιωτική διαφορά.
Το Κράτος έχει υποχρέωση να ερευνήσει ποιος επιτέθηκε στον ίδιο του τον μηχανισμό ασφαλείας. (Πηγές: ν. 4622/2019 – Προεδρία της Κυβέρνησης)
Αν η ΕΥΠ γνώριζε ότι στελέχη της είχαν στοχοποιηθεί, γιατί δεν έγινε πλήρης αντιπληροφοριακή
έρευνα;
Αν δεν γνώριζε, πώς είναι δυνατόν να μην είχε εντοπίσει μια τέτοια απειλή στο εσωτερικό της;
Και αν προηγούμενες εισαγγελικές έρευνες γνώριζαν τις σχετικές περιπτώσεις αλλά δεν εξέτασαν όλα τα κρίσιμα πρόσωπα, με ποια βάση θεωρήθηκε ότι η διερεύνηση είχε εξαντληθεί;
Αυτά δεν είναι κομματικά συνθήματα. Είναι ερωτήματα στοιχειώδους counterintelligence.
Predator σε πολιτικούς είναι σκάνδαλο Δημοκρατίας.
Predator σε δημοσιογράφους είναι σκάνδαλο ελευθερίας του Τύπου. Predator σε ανθρώπους που έχουν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα είναι ενδεχόμενο ζήτημα Κατασκοπείας και Εθνικής Ασφάλειας.
Και Predator εναντίον ανθρώπων της ίδιας της ΕΥΠ γεννά το δυσκολότερο ερώτημα… Αν το Κράτος δεν μπορούσε να προστατεύσει εκείνους που είχαν αποστολή να προστατεύουν το Κράτος, ποιος ακριβώς είχε τότε τον πραγματικό έλεγχο;
Αυτό είναι το ερώτημα που δεν επιτρέπεται να αρχειοθετηθεί για τέταρτη φορά.
—
Σημείωση συντάκτη
Το παρόν άρθρο βασίζεται αποκλειστικά σε δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις, πράξεις Ανεξάρτητων Αρχών, κοινοβουλευτικά έγγραφα και ανοικτές δημοσιογραφικές πηγές.
Δεν χρησιμοποιεί ούτε επιβεβαιώνει πληροφορίες που αποκτήθηκαν από μη δημόσιες ή διαβαθμισμένες πηγές
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer