Επιστήμονες εντόπισαν στην οροφή του σπηλαίου Castelbouc στη νότια Γαλλία και σε βάθος περίπου 500 μέτρων κάτω από τη Γη, απολιθωμένα ίχνη δεινοσαύρων.

Η πρόσβαση στο σημείο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς οι ερευνητές χρειάστηκε να διασχίσουν ένα στενό, δαιδαλώδες και συχνά πλημμυρισμένο πέρασμα, μήκους άνω των 100 μέτρων.

Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Vertebrate Paleontology, οι επιστήμονες κατέγραψαν τρία ξεχωριστά σύνολα ιχνών μέσα στο σπήλαιο.

Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η θέση τους: βρίσκονται στην οροφή, γεγονός που υποχρεώνει τους ερευνητές να τα παρατηρούν από κάτω.

Τα ίχνη αυτά δεν αποτελούν απλές επιφανειακές αποτυπώσεις, αλλά τρισδιάστατα «αντίγραφα», που δημιουργήθηκαν όταν τα αρχικά πατήματα γέμισαν με ιζήματα και, με την πάροδο του χρόνου, αποκαλύφθηκαν λόγω γεωλογικών μεταβολών.

Ορισμένα από τα ίχνη φτάνουν σε μήκος έως και 1,25 μέτρα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ανήκαν σε τεράστιους φυτοφάγους δεινοσαύρους.

Οι ερευνητές τα αποδίδουν σε σαυρόποδα της ομάδας των τιτανοσαυρόμορφων, ζώα που μπορούσαν να ξεπερνούν τα 30 μέτρα σε μήκος και να ζυγίζουν έως και 50 τόνους.

Τα ίχνη χρονολογούνται πριν από 166 έως 168 εκατομμύρια χρόνια και δείχνουν ότι τα ζώα αυτά κινούνταν σε ένα παράκτιο περιβάλλον.

Εντυπωσιακό είναι ότι πολλά αποτυπώματα διατηρούν εξαιρετικές λεπτομέρειες, όπως δάχτυλα, «μαξιλαράκια» και σημάδια από νύχια.

Σε ένα από τα ίχνη διακρίνονται καθαρά πέντε δάχτυλα στο δεξί πόδι, ένα σπάνιο χαρακτηριστικό για τέτοιου είδους απολιθώματα, που δίνει στους επιστήμονες τη δυνατότητα να μελετήσουν όχι μόνο το μέγεθος αλλά και τη δομή και την κίνηση του ποδιού.

Ένα νέο είδος ιχνών

Ένα από τα τρία σύνολα παρουσιάζει έναν μοναδικό συνδυασμό χαρακτηριστικών, που δεν έχει καταγραφεί ξανά σε ίχνη σαυρόποδων της Ιουρασικής και Κρητιδικής περιόδου.

Αυτό οδήγησε τους ερευνητές στον ορισμό ενός νέου ιχνοταξινομικού τύπου, με την ονομασία Occitanopodus, που παραπέμπει τόσο στην περιοχή όσο και στη μορφολογία των αποτυπωμάτων.

Όπως σημειώνουν οι επιστήμονες, η ανακάλυψη αναδεικνύει τη σημασία της εξερεύνησης βαθιών καρστικών σπηλαίων, τα οποία ενδέχεται να διατηρούν μεγαλύτερες και καλύτερα διατηρημένες επιφάνειες από εκείνες που βρίσκονται στην ύπαιθρο.

Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης ότι η εξελικτική ιστορία των σαυρόποδων εκείνης της περιόδου παραμένει εν μέρει ασαφής, με τη μεγάλη ποικιλία των ιχνών να αποκαλύπτει κενά στις μέχρι σήμερα ταξινομήσεις.