
Οι φάλαινες με ράμφος (beaked whales) συγκαταλέγονται στα πιο δυσπρόσιτα θηλαστικά του πλανήτη.
Σπάνια γίνονται ορατοί, βουτούν βαθύτερα και για περισσότερο χρόνο από κάθε άλλο θηλαστικό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν καταγραφεί να φτάνουν σχεδόν τα 3 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Πλέον, όμως, οι επιστήμονες αρχίζουν να «ξεκλειδώνουν» τα μυστικά τους.
Σήμερα, η επιστήμη αναγνωρίζει 24 είδη φαλαινών με ράμφος, τα οποία υπολογίζεται ότι αποτελούν περίπου το 25% όλων των ειδών φαλαινών και δελφινιών. Κάποια από αυτά δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ ζωντανά στη φύση και είναι γνωστά μόνο από ζώα που έχουν εκβραστεί στις ακτές. Νέες μέθοδοι, όμως, και κυρίως η καταγραφή των ήχων τους κάτω από το νερό, αρχίζουν σταδιακά να φωτίζουν τη ζωή τους.
Η συγκεκριμένη συνάντηση είχε και μια ακόμη έκπληξη. Με βάση τους ήχους που είχαν καταγράψει, οι ερευνητές πίστευαν ότι επρόκειτο για το απειλούμενο είδος Perrin’s beaked whale. Ο χαρακτηριστικός παλμός BW43 – με συχνότητα κορύφωσης στα 43 kHz – είχε συνδεθεί μέχρι τότε με αυτό το είδος. Όταν όμως ελήφθη βιοψία και εξετάστηκε στο εργαστήριο, αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο για άλλο είδος: τη ginkgo-toothed beaked whale, που πήρε το όνομά της από το σχήμα των δοντιών της, το οποίο θυμίζει φύλλο ginkgo.
Οι βαθιές και πολύωρες καταδύσεις καθιστούν τις φάλαινες με ράμφος εξαιρετικά δύσκολους στη μελέτη. «Παραδοσιακά, αυτές οι φάλαινες είχαν παραμεληθεί», εξηγεί ο Oliver Boisseau, ανώτερος ερευνητής στο Marine Conservation Research. «Ζουν μακριά από τις ακτές, είναι δύσκολα προσβάσιμοι και “κρυπτικοί”, δηλαδή δύσκολοι στην παρατήρηση».
Ακόμη και σήμερα, στον 21ο αιώνα, συνεχίζουν να ανακαλύπτονται νέα είδη. Το Ramari’s beaked whale αναγνωρίστηκε μόλις το 2021. «Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη ανακαλύπτουμε νέα θηλαστικά στο μέγεθος ενός αυτοκινήτου», σημειώνει ο Boisseau.
Το αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον συνδέεται και με ανησυχίες για τη διατήρησή τους. Μαζικοί εκβρασμοί έχουν αποδοθεί σε στρατιωτικά σόναρ, τα οποία ενδέχεται να προκαλούν απότομη άνοδο των ζώων στην επιφάνεια, με συνέπειες παρόμοιες με τη νόσο των δυτών. Παρά το γεγονός ότι ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει πλήρως κατανοηθεί, το θέμα έχει οδηγήσει σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις σόναρ σε ορισμένες περιοχές, όπως στα Κανάρια Νησιά.
Παράδοξα, ο ήχος είναι και το πρόβλημα αλλά και η λύση. Οι φάλαινες με ράμφος βασίζονται κυρίως στην ηχοεντόπιση για να τραφούν, να προσανατολιστούν και να επικοινωνήσουν. Με υδρόφωνα τοποθετημένα σε βάθη από 10 έως και σχεδόν 5.000 μέτρα, οι επιστήμονες καταγράφουν τα «κλικ» και τα «βόμβα» που εκπέμπει κάθε είδος. Κάθε είδος έχει τη δική του, μοναδική ακουστική «υπογραφή».
Για την αρχική ταυτοποίηση ενός είδους, η γενετική ανάλυση παραμένει κρίσιμη. Με ειδικά εργαλεία λαμβάνεται μικρό δείγμα δέρματος, ενώ αναλύεται και περιβαλλοντικό DNA από το νερό.
Αντίθετα, η παθητική ακουστική παρακολούθηση δεν επηρεάζει τα ζώα.
Μελέτες με αισθητήρες έχουν δείξει ότι οι φάλαινες με ράμφος αρχίζουν να εκπέμπουν ήχους μόνο όταν βρίσκονται σε μεγάλα βάθη, χρησιμοποιώντας τους για να εντοπίζουν καλαμάρια και ψάρια. Οι νεαρές φάλαινες, μάλιστα, ξεκινούν βαθιές καταδύσεις πολύ νωρίτερα σε σχέση με άλλα είδη φαλαινών, γεγονός που δείχνει πόσο ακραία είναι τα όρια της βιολογίας τους.
Ένα βασικό ζητούμενο παραμένει η χαρτογράφηση της κατανομής και των πληθυσμών τους. Χωρίς αξιόπιστα δεδομένα, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποια είδη απειλούνται περισσότερο. Παράλληλα, νέες απειλές αναδύονται, όπως η παγίδευση σε αλιευτικά δίχτυα και η κατάποση πλαστικών, τα οποία ακουστικά μοιάζουν με τη λεία τους.
Η προστασία των φαλαινών με ράμφος, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τα ίδια τα ζώα. Μέσω του λεγόμενου «whale pump», μεταφέρουν θρεπτικά συστατικά από τα βάθη στην επιφάνεια, ενισχύοντας το φυτοπλαγκτόν που δεσμεύει διοξείδιο του άνθρακα. Υπολογίζεται ότι μία φάλαινα μπορεί να δεσμεύσει κατά μέσο όρο 33 τόνους CO₂ κατά τη διάρκεια της ζωής της.