
Αυτό που ξεκίνησε πριν από περίπου πέντε δεκαετίες ως μια αθώα μόδα για εξωτικά κατοικίδια έχει εξελιχθεί σήμερα σε ένα από τα μεγαλύτερα οικολογικά προβλήματα της Ισπανίας.
Οι αργεντίνικοι παπαγάλοι, που τη δεκαετία του 1970 έφτασαν στη χώρα ως δημοφιλή κατοικίδια, έχουν πλέον δημιουργήσει μεγάλους πληθυσμούς σε πολλές ισπανικές πόλεις, προκαλώντας πονοκέφαλο σε αρχές, επιστήμονες και αγρότες.
Η εξάπλωσή τους ξεκίνησε κυρίως όταν πολλοί ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν τα πτηνά τους, καθώς δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον έντονο θόρυβο και τις απαιτήσεις τους.
Παράλληλα, η εξαιρετική προσαρμοστικότητά τους στο νέο περιβάλλον επέτρεψε στους πληθυσμούς τους να αυξηθούν γρήγορα.
Σε αντίθεση με άλλα είδη παπαγάλων, οι αργεντίνικοι παπαγάλοι κατασκευάζουν μεγάλες συλλογικές φωλιές από κλαδιά, οι οποίες μπορεί να ξεπερνούν ακόμη και τα 100 κιλά.
Οι βαριές αυτές κατασκευές τοποθετούνται συχνά σε δέντρα και πυλώνες ηλεκτρικού ρεύματος, προκαλώντας κινδύνους για πεζούς αλλά και προβλήματα στα δίκτυα ηλεκτροδότησης.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις αστικές περιοχές. Στην ύπαιθρο, μεγάλα σμήνη παπαγάλων επιτίθενται σε καλλιέργειες, όπως φρούτα και καλαμπόκι, προκαλώντας σημαντικές οικονομικές απώλειες στους παραγωγούς.
Παράλληλα, οι βιολόγοι προειδοποιούν ότι το συγκεκριμένο είδος μπορεί να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα, καθώς ανταγωνίζεται τα ντόπια πουλιά για τροφή και χώρους φωλιάσματος.
Για τον λόγο αυτό έχει καταχωριστεί στον ισπανικό κατάλογο των ξενικών χωροκατακτητικών ειδών.
Οι ισπανικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα. Οι επιλογές περιλαμβάνουν την απομάκρυνση φωλιών, προγράμματα στείρωσης ή πιο αυστηρά μέτρα ελέγχου, όμως κάθε λύση προκαλεί αντιδράσεις από οργανώσεις προστασίας των ζώων.
Στη Μαδρίτη, όπου το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο, οι προσπάθειες διαχείρισης κατάφεραν να μειώσουν τον πληθυσμό των παπαγάλων από περίπου 13.000 σε 10.000 μέσα σε δύο χρόνια. Ωστόσο, η παρουσία τους εξακολουθεί να αποτελεί ένα ανοιχτό περιβαλλοντικό ζήτημα για ολόκληρη τη χώρα.