
Επιστήμονες έκαναν μία σπουδαία ανακάλυψη, καθώς μέσω γεωτρήσεων σε μεγάλο βάθος κάτω από τον Ατλαντικό Ωκεανό, στα ανοικτά της βορειοανατολικής ακτής των ΗΠΑ, ανακάλυψαν μία «δεξαμενή» γλυκού νερού.
Η ύπαρξη γλυκού νερού κάτω από τον Ατλαντικό είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες, αλλά παρέμενε σχεδόν ανεξερεύνητη. Στη δεκαετία του 1960 και του 1970, επιστημονικές αποστολές και εταιρείες που έκαναν γεωτρήσεις στον ωκεανό για πόρους όπως το πετρέλαιο, μερικές φορές έπεφταν πάνω σε γλυκό νερό, σημειώνει το CNN.
Στη συνέχεια, το 2019, επιστήμονες από το Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Woods Hole και το Πανεπιστήμιο της Κολούμπια ανακοίνωσαν μια «εκπληκτική ανακάλυψη».
Χρησιμοποιώντας ηλεκτρομαγνητικά κύματα, είχαν χαρτογραφήσει μια γιγαντιαία έκταση γλυκού νερού κάτω από τον ωκεανό, που εκτεινόταν κατά μήκος της ακτής από τη Μασαχουσέτη έως το Νιου Τζέρσεϊ, και πιθανώς ακόμη πιο μακριά.
«Φαίνεται να είναι ο μεγαλύτερος σχηματισμός αυτού του είδους που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα στον κόσμο», δήλωσαν οι επιστήμονες σε ανακοίνωσή τους την εποχή εκείνη.
Τον Μάιο, επιστήμονες απέπλευσαν από το Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ με ένα πλοίο εξοπλισμένο με γεωτρύπανο. Πέρασαν τρεις μήνες στα ανοιχτά, πραγματοποιώντας γεωτρήσεις σε βάθος περίπου 300-400 μέτρων κάτω από τον βυθό της θάλασσας σε διάφορες τοποθεσίες, προκειμένου να αντλήσουν ιζήματα και δείγματα νερού.
Ανακάλυψαν νερό με περιεκτικότητα σε αλάτι πολύ χαμηλότερη από αυτή του θαλασσινού νερού και περίπου στο επίπεδο που συνιστούν οι αμερικανικές και διεθνείς υπηρεσίες για το πόσιμο νερό. Τώρα αποστέλλεται για εργαστηριακές δοκιμές προκειμένου να προσδιοριστεί τι είδους μικρόβια περιέχει και πόσο ασφαλές είναι για πόση.
Ένα άλλο μυστήριο που πρέπει να διαλευκανθεί είναι η ηλικία του νερού.
Η παρουσία νεότερου νερού θα υποδηλώνει ότι το απόθεμα ανανεώνεται, ενώ παλαιότερο νερό θα υποδηλώνει ότι πρόκειται για έναν πεπερασμένο πόρο που δεν ανανεώνεται. Θα έχουν τις απαντήσεις σε περίπου έξι μήνες, ανέφερε ο Ντούγκαν.
Οι επιστήμονες θα πραγματοποιήσουν επίσης δοκιμές για να προσδιορίσουν την προέλευση του νερού -μπορεί να προέρχεται από την τήξη ενός παγετώνα ή από βροχή.
«Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι σημαντική για να προβλέψουμε πώς θα χρησιμοποιήσουμε το νερό στο μέλλον», είπε η Michael.
Ο υδροφόρος ορίζοντας που επιβεβαιώθηκε από την αποστολή φαίνεται να είναι τεράστιος, δήλωσε ο Eric Attias, ερευνητικός βοηθός καθηγητής στο Jackson School of Geosciences του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν, ο οποίος δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα.
Θα μπορούσε να «περιέχει αρκετό γλυκό νερό για να τροφοδοτήσει μια μητρόπολη του μεγέθους της Νέας Υόρκης για εκατοντάδες χρόνια», δήλωσε στο CNN, και αυξάνει τις ελπίδες ότι θα μπορούσε να «ανακουφίσει την έλλειψη νερού για τους παράκτιους πληθυσμούς στο μέλλον».
Σχεδόν ο μισός πληθυσμός του πλανήτη ζει σε απόσταση 60 μιλίων από την ακτή και πολλοί εξαρτώνται από υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες στην ξηρά -πόρους που μειώνονται ραγδαία λόγω της υπερβολικής άντλησης και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, όπως η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, που μπορεί να μολύνει τα υπόγεια ύδατα.
Ωστόσο, υπάρχουν πολλές προκλήσεις που πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστούν. Το νερό είναι βαρύ και η άντλησή του και η μεταφορά του στην ακτή ενδέχεται να είναι πολύ ενεργοβόρα και δαπανηρή, αν και ο Ντούγκαν υποδηλώνει ότι η αιολική ενέργεια θα μπορούσε να βοηθήσει.
Στη συνέχεια, υπάρχει η τεχνική πρόκληση να διασφαλιστεί ότι το γλυκό νερό δεν θα μολυνθεί από το αλμυρό νερό που βρίσκεται πάνω και κάτω από αυτό. Η άντληση θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μόλυνση των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων στην ξηρά, εάν τα δύο συστήματα είναι συνδεδεμένα, τόνισε ο Attias.
Αυτό που θα ανακαλύψουν οι ερευνητές τους επόμενους μήνες θα μπορούσε να έχει παγκόσμιες επιπτώσεις. Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν αποθέματα γλυκού νερού στην ανοικτή θάλασσα σε κάθε ήπειρο, ανέφερε ο Ντούγκαν. «Μπορούμε να πάρουμε αυτά που μάθαμε σε αυτό το μικρό κομμάτι της Νέας Αγγλίας και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς σχετίζεται με άλλες περιοχές», πρόσθεσε.