Η προοπτική να μπορεί ο άνθρωπος να επηρεάζει την εξέλιξη ενός τυφώνα ή να μειώνει την ένταση μιας καταστροφικής καταιγίδας αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο της επιστημονικής φαντασίας.

Μια νέα μελέτη, όμως, επιχειρεί να εξετάσει κατά πόσο οι τεχνολογικές εξελίξεις των επόμενων ετών θα μπορούσαν να φέρουν αυτό το σενάριο πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Η έρευνα επικεντρώνεται στον πιθανό ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία θα μπορούσε να αναλύει τεράστιες ποσότητες μετεωρολογικών δεδομένων με ταχύτητα και ακρίβεια που σήμερα δεν είναι εφικτές.

Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζεται ότι θα ήταν θεωρητικά δυνατό να εντοπίζονται κρίσιμα σημεία στην εξέλιξη ενός καιρικού συστήματος, όπου μια εξαιρετικά περιορισμένη παρέμβαση ίσως επηρέαζε τη μετέπειτα πορεία του.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται και η αξιοποίηση τεχνικών που ήδη εφαρμόζονται πειραματικά σε ορισμένες χώρες, όπως η σπορά νεφών, η οποία χρησιμοποιείται για την ενίσχυση των βροχοπτώσεων υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Οι ερευνητές διερευνούν εάν στο μέλλον τέτοιες μέθοδοι, σε συνδυασμό με εξελιγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, θα μπορούσαν να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια.

Για να υποστηρίξουν το θεωρητικό τους σενάριο, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υπολογιστικά μοντέλα που προσομοιώνουν ιστορικά ακραία καιρικά φαινόμενα.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται η καταστροφική καταιγίδα Sandy, το σφοδρό κύμα ψύχους που έπληξε το Τέξας το 2021 και τα έντονα επεισόδια βροχοπτώσεων στην Καλιφόρνια.

Οι ίδιοι, ωστόσο, διευκρινίζουν ότι οι προσομοιώσεις αυτές δεν αποτελούν απόδειξη πως είναι δυνατή η μεταβολή της πορείας ενός τυφώνα ή άλλου μεγάλου καιρικού συστήματος. Αντίθετα, παρουσιάζουν ένα θεωρητικό μοντέλο που ίσως αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικής έρευνας.

Αρκετοί ειδικοί εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στα συμπεράσματα της μελέτης.

Όπως σημειώνουν, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι οι υπάρχουσες τεχνολογίες μπορούν να επηρεάσουν φαινόμενα τέτοιας ισχύος και έκτασης, ενώ τα περισσότερα σχετικά πειράματα του παρελθόντος δεν απέδωσαν σταθερά ή επαναλήψιμα αποτελέσματα.

Παράλληλα, τίθενται και σοβαρά ζητήματα δεοντολογίας και διεθνούς δικαίου.

Μια ενδεχόμενη παρέμβαση που θα προστάτευε μία περιοχή θα μπορούσε να μεταφέρει τις συνέπειες του ίδιου φαινομένου σε κάποια άλλη, δημιουργώντας ερωτήματα σχετικά με την ευθύνη, τις αποζημιώσεις και τη διεθνή διαχείριση τέτοιων τεχνολογιών.

Οι συντάκτες της μελέτης καταλήγουν ότι η ιδέα του ελέγχου ακραίων καιρικών φαινομένων απέχει ακόμη σημαντικά από την πρακτική εφαρμογή. Ωστόσο, εκτιμούν ότι η ταχεία πρόοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης δικαιολογεί την επιστημονική διερεύνηση σεναρίων που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητα.