Ερευνητές κατά τη διάρκεια έρευνας που έκαναν σπήλαια του Carlsbad Caverns National Park στο Νέο Μεξικό, εντόπισαν μικροοργανισμούς που καταφέρνουν να αξιοποιούν φως για ενέργεια, παρότι ζουν σε συνθήκες σχεδόν απόλυτου σκοταδιού.

">

Η ανακάλυψη έγινε από τη βιολόγο σπηλαίων Hazel Barton, καθηγήτρια γεωλογικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, και τον μικροβιολόγο Lars Behrendt από το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα.

Όπως περιγράφουν, σε απομονωμένες εσοχές των σπηλαίων, όπου δεν φτάνει ορατό φως, οι τοίχοι καλύπτονταν από έντονα πράσινες αποικίες μικροβίων, μεταδίδει το BBC.

Τα σπήλαια Carlsbad, κάτω από την έρημο Τσιουάουα στο νότιο Νέο Μεξικό, σχηματίστηκαν πριν από 4 έως 11 εκατομμύρια χρόνια, όταν θειικό οξύ διέλυσε τα ασβεστολιθικά πετρώματα.

Παρότι αποτελούν έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της περιοχής, με εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες τον χρόνο, η επιστημονική σημασία τους μόλις τώρα αποκαλύπτεται πλήρως.

Κατά τη διάρκεια ερευνητικής αποστολής το 2018, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι πράσινες αποικίες εμφανίζονταν ακόμη και στα πιο βαθιά και σκοτεινά σημεία του σπηλαίου.

Εργαστηριακές αναλύσεις έδειξαν ότι πρόκειται για κυανοβακτήρια, οργανισμούς συγγενείς με τα βακτήρια, που συνήθως βασίζονται στο ηλιακό φως για τη φωτοσύνθεση.

Ωστόσο, τα συγκεκριμένα μικρόβια χρησιμοποιούν μια διαφορετική μορφή χλωροφύλλης, ικανή να απορροφά κοντινό υπέρυθρο φως – ακτινοβολία αόρατη στο ανθρώπινο μάτι.

Σε αντίθεση με το ορατό φως, το κοντινό υπέρυθρο μπορεί να διεισδύει πολύ βαθύτερα στα σπήλαια, καθώς τα ασβεστολιθικά τοιχώματα το αντανακλούν αποτελεσματικά.

Μετρήσεις έδειξαν ότι στα πιο σκοτεινά σημεία τα επίπεδα υπέρυθρης ακτινοβολίας ήταν εκατοντάδες φορές υψηλότερα από ό,τι στην είσοδο. Εκεί ακριβώς παρατηρήθηκε και η μεγαλύτερη συγκέντρωση των φωτοσυνθετικών μικροβίων.

Η σημασία της ανακάλυψης ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Γης. Μέχρι σήμερα, οι αστροβιολόγοι θεωρούσαν ότι η φωτοσύνθεση –και άρα η ζωή όπως τη γνωρίζουμε– περιορίζεται σε περιβάλλοντα με φως παρόμοιο με αυτό του Ήλιου.

Όμως τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι οργανισμοί μπορούν να αξιοποιήσουν φωτεινή ακτινοβολία μεγαλύτερου μήκους κύματος, όπως αυτή που εκπέμπουν οι ερυθροί νάνοι, οι πιο κοινοί αστέρες στον γαλαξία μας.

Οι ερυθροί νάνοι αποτελούν την πλειονότητα των άστρων γύρω από τα οποία έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα βραχώδεις εξωπλανήτες.

Αν και μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν λιγότερο φιλικοί για ζωή, λόγω της περιορισμένης «κατοικήσιμης ζώνης» τους, η δυνατότητα φωτοσύνθεσης με υπέρυθρο φως διευρύνει σημαντικά τις πιθανότητες.

Η Barton και ο Behrendt σχεδιάζουν να συνεχίσουν την έρευνα σε ακόμη πιο σκοτεινά σπήλαια, στοχεύοντας να προσδιορίσουν το ελάχιστο επίπεδο φωτός και το μέγιστο μήκος κύματος στο οποίο μπορεί να επιβιώσει φωτοσυνθετική ζωή.

Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από αποστολές όπως το James Webb Space Telescope, επιτρέποντας στους επιστήμονες να περιορίσουν δραστικά τον αριθμό των άστρων και πλανητών που αξίζει να μελετηθούν για ενδείξεις ζωής.

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, η ανίχνευση στοιχείων όπως το οξυγόνο στην ατμόσφαιρα ενός εξωπλανήτη παραμένει ένας από τους ισχυρότερους δείκτες πιθανής ζωής.

Και αν η ζωή μπορεί να βασίζεται σε τόσο αδύναμο και «αόρατο» φως, τότε το σύμπαν ίσως φιλοξενεί πολύ περισσότερους κατοικήσιμους κόσμους απ’ όσους φανταζόμασταν μέχρι σήμερα.