Το λεοντόψαρο και ο λαγοκέφαλος συγχέονται συχνά, όμως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ξενικά είδη που έχουν εισβάλει στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Παρότι και τα δύο επηρεάζουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα, η μεγαλύτερη διαφορά τους αφορά την κατανάλωσή τους.

Το λεοντόψαρο είναι απολύτως βρώσιμο, αρκεί να αφαιρεθούν προσεκτικά τα δηλητηριώδη αγκάθια του. Διαθέτει λευκή, γευστική σάρκα και ήδη αξιοποιείται γαστρονομικά σε πολλές χώρες, καθώς η κατανάλωσή του συμβάλλει στον περιορισμό του πληθυσμού του.

Αντίθετα, ο λαγοκέφαλος δεν πρέπει να καταναλώνεται σε καμία περίπτωση, καθώς περιέχει τετροδοτοξίνη, μία από τις πιο ισχυρές φυσικές νευροτοξίνες, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση ή ακόμη και θάνατο.

Η παρουσία του λαγοκέφαλου έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αλιεία. Το είδος καταστρέφει δίχτυα, παραγάδια και αλιεύματα, προκαλώντας μεγάλες οικονομικές απώλειες στους επαγγελματίες ψαράδες.

Έρευνες του ΕΛΚΕΘΕ έδειξαν ότι σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης οι ζημιές φτάνουν αρκετές χιλιάδες ευρώ ετησίως ανά αλιευτικό σκάφος.

Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα που έχει λάβει το τελευταίο διάστημα, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν αύξηση του πληθυσμού του λαγοκέφαλου. Ωστόσο, η εξάπλωσή του συνεχίζεται, επηρεάζοντας ολοένα περισσότερες περιοχές της χώρας.

Οι ειδικοί τονίζουν επίσης ότι οι λουόμενοι δεν διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο, καθώς ο λαγοκέφαλος δεν επιτίθεται στον άνθρωπο χωρίς πρόκληση. Το βασικό πρόβλημα αφορά την αλιεία και τις οικονομικές επιπτώσεις που προκαλεί στους επαγγελματίες του κλάδου.

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: το λεοντόψαρο μπορεί να αποτελέσει μια ασφαλή και νόστιμη επιλογή στο τραπέζι, ενώ ο λαγοκέφαλος παραμένει ένα αυστηρά ακατάλληλο για κατανάλωση είδος, η αντιμετώπιση του οποίου αποτελεί σημαντική πρόκληση για τις ελληνικές θάλασσες και την παράκτια αλιεία.