
Τον Σεπτέμβριο του 1900, μια τροπική καταιγίδα που αρχικά δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνη μετατράπηκε σε έναν από τους ισχυρότερους τυφώνες που έπληξαν ποτέ τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πόλη Γκάλβεστον στο Τέξας βρέθηκε στο επίκεντρο της καταστροφής, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για 6.000 έως 12.000 νεκρούς. Ο πιθανότερος αριθμός θυμάτων υπολογίζεται περίπου στις 8.000 ζωές.
Εκείνη την εποχή οι μετεωρολόγοι δεν διέθεταν δορυφόρους, ραντάρ ή σύγχρονα μοντέλα πρόγνωσης. Οι πληροφορίες βασίζονταν σε περιορισμένες παρατηρήσεις και μεταφέρονταν κυρίως μέσω τηλεγραφημάτων.
Ο μετεωρολόγος Isaac Cline προσπάθησε να προειδοποιήσει τους κατοίκους, όμως η πόλη δεν κατάφερε να προετοιμαστεί για το μέγεθος της καταιγίδας.
Στις 8 Σεπτεμβρίου, οι άνεμοι έφτασαν τα 190 χιλιόμετρα την ώρα. Τα κύματα κατέστρεψαν σπίτια, πλημμύρισαν δρόμους και άφησαν πίσω τους μια πόλη σχεδόν ισοπεδωμένη.
Η κάτοικος Louisa Rollfing περιέγραψε τη φρίκη λέγοντας ότι ο αέρας ήταν «σαν χιλιάδες μικροί διάβολοι που ούρλιαζαν και σφύριζαν μέσα στα δωμάτια».
Μετά την τραγωδία, οι ΗΠΑ άλλαξαν τον τρόπο έκδοσης προειδοποιήσεων για ακραία φαινόμενα, ενώ το Γκάλβεστον κατασκεύασε μεγάλο θαλάσσιο τείχος προστασίας. Ο τυφώνας του 1900 έγινε σημείο καμπής για τη σύγχρονη μετεωρολογία.