
Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών άφησε ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, ο οποίος έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από τον εμβληματικό χαρακτήρα του «Ταμτάκου».
Τη δυσάρεστη είδηση έκανε γνωστή ο γιος του, μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποχαιρετώντας τον πατέρα του με ιδιαίτερα συγκινητικά λόγια.
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο… όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα», έγραψε αρχικά.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στον χαρακτήρα και στις αξίες που του μετέδωσε ο πατέρας του:
«Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, την ηθική σου και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη, με τον οποίο μοιραστήκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε».
Ολοκληρώνοντας το μήνυμά του, έγραψε:
«Τώρα κι εμείς με τη σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί, όσο είναι δυνατόν, είναι ότι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος.
Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω
Άμα σε χάσω μπαμπά
Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω
Μήπως και μπεις ξανά.
Αντίο πατέρα μου».
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα τα έκανε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου από το 1969 έως το 1972 συμμετείχε σε σημαντικές παραστάσεις του αρχαίου δράματος αλλά και του κλασικού διεθνούς ρεπερτορίου.
Στη θεατρική του πορεία ερμήνευσε ρόλους σε έργα όπως ο «Πλούτος», οι «Βάτραχοι», ο «Αγαμέμνων», η «Αντιγόνη», ο «Μάκβεθ», το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», ο «Φάουστ», ο «Ερωτόκριτος», ο «Βασιλικός» και το «Ζευγάρωμα».
Το 1972 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την καριέρα του, συνεργαζόμενος με κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στον «Ριχάρδο Γ΄» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά δίπλα στον Δημήτρης Χορν, ενώ έκανε και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με την ταινία «Αν ήμουν πλούσιος». Ακολούθησαν συνεργασίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου και συμμετοχές σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων.
Κατά τη διάρκεια της πολυετούς διαδρομής του συμμετείχε σε τηλεοπτικές παραγωγές της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, σε εννέα κινηματογραφικές ταινίες, καθώς και σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, ενώ εμφανίστηκε και σε 13 παραγωγές που κυκλοφόρησαν σε βιντεοκασέτες.
Παρά το πλούσιο καλλιτεχνικό του έργο, ο ρόλος που τον σημάδεψε ήταν εκείνος του «Ταμτάκου», μιας χαρακτηριστικής μορφής της ελληνικής λαϊκής κωμωδίας.
Ο ιδιαίτερος τρόπος ομιλίας, το χαρακτηριστικό ντύσιμο με τα καρό σακάκια και την τραγιάσκα, αλλά και οι ατάκες του, τον κατέστησαν έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους κωμικούς χαρακτήρες της δεκαετίας του ’80 και του ’90, χαρίζοντας στον Μιχάλη Μόσιο μια ξεχωριστή θέση στη μνήμη του ελληνικού κοινού.