
Για σχεδόν δέκα χρόνια αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζευγάρια της ευρωπαϊκής σόουμπιζ δίπλα στον Ζαν Πολ Μπελμοντό, ενώ η εικόνα της είχε ταυτιστεί όσο λίγες με τον αισθησιασμό του ιταλικού κινηματογράφου. Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως το λαμπρό της άστρο θα έσβηνε τόσο τραγικά, οδηγώντας τη σε μια ζωή απομόνωσης και λήθης.
Η Λάουρα Αντονέλι γεννήθηκε ως Λάουρα Άντονατς στις 28 Νοεμβρίου 1941 στην Πόλα, περιοχή που τότε ανήκε στην Ιταλία και σήμερα βρίσκεται στην Κροατία. Μεγάλωσε στη Νάπολη και αρχικά ακολούθησε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο από εκείνον της υποκριτικής, σπουδάζοντας γυμναστική και εργαζόμενη ως καθηγήτρια σε σχολείο.
Όπως είχε εξομολογηθεί αργότερα, οι γονείς της δεν πίστευαν ιδιαίτερα στην εμφάνισή της. «Με θεωρούσαν άχαρη και αδιάφορη. Ήθελαν απλώς να βελτιωθώ λίγο», είχε πει χαρακτηριστικά. Ωστόσο, η φυσική της ομορφιά και το εντυπωσιακό παρουσιαστικό της ήταν τελικά εκείνα που της άνοιξαν την πόρτα του θεάματος.
Ξεκίνησε ως μοντέλο σε διαφημίσεις και το 1965 έκανε τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο. Πολύ γρήγορα τράβηξε την προσοχή των σκηνοθετών του ερωτικού σινεμά, ενός είδους που εκείνη την περίοδο γνώριζε τεράστια άνθηση στην Ιταλία.
Η μεγάλη έκρηξη στην καριέρα της ήρθε το 1973 με την ταινία «Malizia» («Μοχθηρία»), όπου υποδύθηκε μια οικιακή βοηθό που γίνεται αντικείμενο πόθου για έναν χήρο και τους γιους του. Ο ρόλος αυτός την εκτόξευσε και τη μετέτρεψε σε απόλυτο sex symbol της εποχής.
Την ίδια περίοδο ζούσε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, σχηματίζοντας ένα από τα πιο διάσημα ζευγάρια της ευρωπαϊκής showbiz. Παράλληλα, συνεργαζόταν με κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Λουκίνο Βισκόντι, ο Έτορε Σκόλα και ο Ντίνο Ρίζι, χτίζοντας μια σπουδαία κινηματογραφική πορεία με περίπου 50 ταινίες.
Όμως η ζωή της άλλαξε δραματικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο χωρισμός της με τον Μπελμοντό το 1982 συνοδεύτηκε από μια περίοδο έντονης ανασφάλειας για την εμφάνισή της. Οι συνεχόμενες αισθητικές επεμβάσεις είχαν καταστροφικά αποτελέσματα, αλλοιώνοντας το πρόσωπό της σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην θυμίζει πλέον τη γυναίκα που κάποτε μάγευε εκατομμύρια θεατές.
Οι επαγγελματικές προτάσεις άρχισαν να λιγοστεύουν και η ίδια αποσύρθηκε σταδιακά από τα φώτα. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε το 1991, όταν συνελήφθη έπειτα από εντοπισμό κοκαΐνης στην κατοικία της. Καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό, αν και επέμενε μέχρι τέλους ότι ήταν αθώα.
Χρειάστηκαν 15 ολόκληρα χρόνια για να δικαιωθεί. Το 2006 η καταδίκη της ακυρώθηκε και το ιταλικό κράτος της επιδίκασε αποζημίωση ύψους 108.000 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η καριέρα της είχε ήδη τελειώσει οριστικά.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε απομονωμένη στη Λαντσίπολη, κοντά στη Ρώμη, μακριά από τη δημοσιότητα και τους ανθρώπους που κάποτε την αποθέωναν.
Η Λάουρα Αντονέλι πέθανε στις 22 Ιουνίου 2015, σε ηλικία 74 ετών, ύστερα από καρδιακή προσβολή. Μόνη, σχεδόν ξεχασμένη, αφήνοντας πίσω της μια ιστορία δόξας, πτώσης και βαθιάς μοναξιάς.