Η Νίτσα Μαρούδα με το χαρακτηριστικό χαμόγελο, το νάζι και τη ζωντανή παρουσία της κατάφερε να αφήσει το δικό της αποτύπωμα στις ελληνικές ταινίες των δεκαετιών του ’60 και του ’70.

Η ηθοποιός, που συνδέθηκε με τους χαρούμενους και συχνά κωμικούς χαρακτήρες της εποχής, παρέμεινε στη μνήμη του κοινού ως η φρέσκια, γεμάτη ενέργεια παρουσία που έδινε ξεχωριστό χρώμα ακόμη και στους μικρότερους ρόλους.

Γεννημένη στην Πάτρα το 1935 ως Ελένη Μαρούδα, από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για την υποκριτική. Σπούδασε στη σχολή μουσικού θεάτρου Θεοφανίδη και σύντομα έκανε τα πρώτα της βήματα στο θέατρο, πριν περάσει στον κινηματογράφο.

Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση ήρθε το 1960 στην ταινία «Αγρίμι» του Κώστα Καραγιάννη. Στη συνέχεια συμμετείχε σε δεκάδες παραγωγές, συνεργαζόμενη με σημαντικούς πρωταγωνιστές και σκηνοθέτες της εποχής.

Με περισσότερες από 37 κινηματογραφικές συμμετοχές, η Νίτσα Μαρούδα έγινε γνωστή μέσα από τις κωμωδίες της Φίνος Φιλμ και άλλων μεγάλων παραγωγών.

Οι ρόλοι της είχαν συνήθως στοιχεία αθωότητας, ανεμελιάς και παιχνιδιάρικης διάθεσης, στοιχεία που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό.

Αξέχαστη έμεινε η παρουσία της σε ταινίες όπως «Η αρχόντισσα κι ο αλήτης», όπου συνυπήρξε κινηματογραφικά με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αλλά και σε παραγωγές όπως «Μια τρελή τρελή οικογένεια», «Δεσποινίς Διευθυντής» και «Το ανθρωπάκι».

Παράλληλα με τον κινηματογράφο, είχε σημαντική παρουσία και στο θέατρο, με εμφανίσεις σε μεγάλες σκηνές της Αθήνας. Η ίδια είχε αναφέρει πως εργάστηκε αδιάκοπα για πολλά χρόνια, καθώς η υποκριτική ήταν ένας καθημερινός αγώνας και όχι απλώς μια καλλιτεχνική δραστηριότητα.

Η ζωή μακριά από τα φώτα

Σε αντίθεση με πολλούς ανθρώπους του θεάματος, η Νίτσα Μαρούδα επέλεξε να κρατήσει την προσωπική της ζωή μακριά από τη δημοσιότητα.

Παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Συμεών Κολοκοτά και απέκτησε μία κόρη, την Ιωάννα Κολοκοτά, η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον πολιτικό Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

Η ίδια είχε μιλήσει με θερμά λόγια για τον γαμπρό της, τον οποίο χαρακτήριζε άνθρωπο ήρεμο, οικογενειάρχη και χαμηλών τόνων. Η σχέση τους παρέμεινε ιδιαίτερα στενή όλα τα χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 πήρε μία απόφαση που ξάφνιασε πολλούς: αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, επιλέγοντας να αφιερωθεί στην οικογένειά της.

Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1980 στην ταινία «Υποψήφιοι βουλευτές και βουλευτίνες», ενώ η τελευταία τηλεοπτική της παρουσία καταγράφηκε το 1982 στη σειρά «Κομμωτήριο – Ιστορίες του σεσουάρ».

Η επιλογή της απομόνωσης

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις και τις συνεντεύξεις. Όπως είχε εξηγήσει, ήθελε ο κόσμος να τη θυμάται όπως ήταν στην ακμή της καριέρας της.

«Ήθελα να μείνω ψηλά στη συνείδηση του κόσμου, τότε που μεσουρανούσα», είχε δηλώσει, εξηγώντας πως για εκείνη ο κύκλος της υποκριτικής είχε ολοκληρωθεί.

Η Νίτσα Μαρούδα «έφυγε» από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2022 σε ηλικία 87 ετών από ανακοπή καρδιάς.

Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς αποχαιρετήθηκε ως μία από τις χαρακτηριστικές μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Μπορεί να απομακρύνθηκε από τη δημοσιότητα, όμως η εικόνα της χαμογελαστής και πάντα ζωντανής Νίτσας Μαρούδα παρέμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη όσων μεγάλωσαν με τις ταινίες της.