
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη δεν υπήρξε απλώς η δημοφιλέστερη πρωταγωνίστρια μιας ολόκληρης εποχής. Στην κορυφή της καριέρας της είχε αποκτήσει τέτοια εμπορική δύναμη, ώστε μπορούσε να διαπραγματεύεται αμοιβές που απείχαν θεαματικά από εκείνες πολλών συναδέλφων της.
Οι παραγωγοί γνώριζαν τον λόγο: το όνομά της μπορούσε να γεμίσει τις κινηματογραφικές αίθουσες. Και η ίδια φαίνεται ότι είχε αντιληφθεί πολύ νωρίς την οικονομική αξία της επιτυχίας της.
Όταν ζήτησε από τον Φίνο 100.000 δραχμές
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα περιστατικά αφορά την «Αστέρω», στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Σύμφωνα με δημοσιευμένες αναδρομές στην καριέρα της, η Βουγιουκλάκη φέρεται να ζήτησε αμοιβή 100.000 δραχμών, ποσό εξαιρετικά υψηλό για την εποχή.
Ο Φιλοποίμην Φίνος δεν δέχτηκε απλώς την απαίτηση. Η συμφωνία που ακολούθησε είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η ηθοποιός θα μπορούσε να αυξάνει την αμοιβή της ανάλογα με τις εισπράξεις της ταινίας.
Ήταν μια κίνηση που έδειχνε ότι η Αλίκη δεν ήθελε πλέον να πληρώνεται μόνο για την παρουσία της μπροστά στην κάμερα. Ήθελε να συμμετέχει οικονομικά και στην επιτυχία που το ίδιο της το όνομα δημιουργούσε.
Οι 500.000 δραχμές για μία ταινία
Όσο η δημοτικότητά της μεγάλωνε, τα ποσά εκτοξεύονταν. Σε δημοσιεύματα για τις αμοιβές των μεγάλων ονομάτων της Φίνος Φιλμ αναφέρεται ότι η Βουγιουκλάκη έφτασε να αμείβεται με περίπου 500.000 δραχμές ανά ταινία.
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά, στις ίδιες αναφορές ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ εμφανίζεται με αμοιβή περίπου 300.000 δραχμών ανά ταινία, ενώ η Ζωή Λάσκαρη αμειβόταν με διαφορετικό σύστημα, με συνολικές ετήσιες αποδοχές που αναφέρονται στις 260.000 δραχμές.
Η Αλίκη είχε πλέον μετατραπεί από πρωταγωνίστρια σε ένα από τα ισχυρότερα εμπορικά «χαρτιά» της κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Έφυγε από τον Φίνο και πληρώθηκε 600.000 δραχμές την ταινία
Η σχέση της με τη Φίνος Φιλμ δεν ήταν πάντα εύκολη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι οικονομικές απαιτήσεις της αποτέλεσαν ένα από τα σημεία τριβής.
Η εταιρεία Καραγιάννης–Καρατζόπουλος κατάφερε τότε να αποκτήσει το μεγαλύτερο γυναικείο όνομα του ελληνικού κινηματογράφου.
Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, η συμφωνία αφορούσε τρεις ταινίες με αμοιβή περίπου 600.000 δραχμών για καθεμία.
Η μεταγραφή είχε ιδιαίτερη σημασία. Δεν άλλαζε απλώς εταιρεία μία ηθοποιός. Ένας παραγωγός αποκτούσε ένα όνομα που μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει βασικό εργαλείο προώθησης μιας ταινίας.
Και μετά ήρθε η μεγάλη επιστροφή
Το 1968 η Βουγιουκλάκη επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ και πρωταγωνίστησε στην «Αρχόντισσα και τον αλήτη».
Η παραγωγή ήταν τεράστια για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Αναφέρεται ότι κόστισε περίπου 6,5 εκατομμύρια δραχμές, ενώ η ταινία έκοψε 750.380 εισιτήρια στην πρώτη προβολή της σε Αθήνα, Πειραιά και προάστια.
Οι πηγές δεν συμφωνούν απόλυτα για την ακριβή αμοιβή της Αλίκης. Δημοσιεύματα την τοποθετούν γύρω στις 500.000 δραχμές, ενώ άλλες μεταγενέστερες αναφορές μιλούν ακόμη και για συμφωνίες που άγγιζαν το ένα εκατομμύριο δραχμές μαζί με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους.
Το βέβαιο είναι ότι η επιστροφή της έγινε από θέση τεράστιας διαπραγματευτικής ισχύος.
Γερμανικό περιοδικό έγραφε για πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές
Υπάρχει και μία εντυπωσιακή μαρτυρία από το εξωτερικό. Σε γερμανικό δημοσίευμα του 1964 η Βουγιουκλάκη παρουσιαζόταν ως η ακριβότερα αμειβόμενη Ελληνίδα ηθοποιός του κινηματογράφου.
Το περιοδικό ανέφερε αμοιβή 130.000 γερμανικών μάρκων για νέα ταινία, ποσό που μεταφράστηκε από μεταγενέστερη ελληνική πηγή σε περίπου 1.040.000 δραχμές της εποχής. Η ίδια πηγή, πάντως, επισημαίνει ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια των οικονομικών ισχυρισμών του ξένου δημοσιεύματος.
Ακόμη κι έτσι, η αναφορά δείχνει κάτι άλλο: ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η εμπορική αξία της Βουγιουκλάκη αποτελούσε θέμα ακόμη και στον ξένο Τύπο.
Η Αλίκη είχε καταλάβει κάτι πολύ νωρίς
Η επιτυχία της δεν βρισκόταν μόνο στο πόσο καλά πληρωνόταν. Βρισκόταν στο γεγονός ότι κατάλαβε πως ένας πρωταγωνιστής με τεράστια απήχηση δεν πουλά απλώς την εργασία του.
Πουλά το όνομά του.
Οι ταινίες χτίζονταν γύρω από την εικόνα της, οι αφίσες είχαν το πρόσωπό της, τα περιοδικά την έβαζαν στα εξώφυλλα και το κοινό πήγαινε στις αίθουσες για να δει «τη νέα ταινία της Αλίκης».
Έτσι απέκτησε τη δυνατότητα να απαιτεί υψηλότερες αμοιβές, να διαπραγματεύεται ποσοστά και, όταν μια εταιρεία δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της, να μετακινείται σε ανταγωνιστική παραγωγή.
Πολύ πριν χρησιμοποιηθεί ο όρος «personal brand», η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε καταφέρει ουσιαστικά να δημιουργήσει ένα από τα ισχυρότερα brands του ελληνικού θεάματος.
Και οι παραγωγοί πλήρωναν ακριβά για να το έχουν στην επόμενη ταινία τους.
Tags: