Η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου δεν ήταν μόνο λάμψη, πρεμιέρες και κατάμεστες αίθουσες. Πίσω από τις κάμερες βρισκόταν σε εξέλιξη ένας πραγματικός «πόλεμος» ανάμεσα στις μεγάλες εταιρείες παραγωγής για το ποια θα εξασφάλιζε τα πιο εμπορικά ονόματα.

Στην αρχή οι παραγωγοί είχαν το πάνω χέρι. Όσο όμως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Κώστας Βουτσάς, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και άλλοι μετατρέπονταν σε σταρ που μπορούσαν να εγγυηθούν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια, οι ισορροπίες άλλαξαν.

Αποκλειστικά συμβόλαια για να μην τους πάρει ο ανταγωνισμός

Η Φίνος Φιλμ είχε αποκλειστικά συμβόλαια με αρκετούς από τους ηθοποιούς που ανέδειξε. Αυτό σήμαινε ότι ένα μεγάλο όνομα δεν ήταν ελεύθερο να εμφανίζεται ανεξέλεγκτα στις παραγωγές των ανταγωνιστών. Όταν όμως η Καραγιάννης–Καρατζόπουλος μπήκε δυναμικά στην αγορά, άρχισε να προσφέρει μεγαλύτερες αμοιβές και να προσελκύει γνωστούς πρωταγωνιστές. Η ίδια η ιστορική αναδρομή της Φίνος Φιλμ περιγράφει μια εποχή όπου οι αμοιβές των σταρ ανέβαιναν και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις εταιρείες γινόταν όλο και σκληρότερος.

Ένας περιζήτητος ηθοποιός μπορούσε πλέον να χρησιμοποιήσει το ενδιαφέρον μιας αντίπαλης εταιρείας για να διαπραγματευτεί καλύτερο συμβόλαιο. Και μερικοί το έκαναν εξαιρετικά αποτελεσματικά.

Η Αλίκη και τα ποσοστά

Η Βουγιουκλάκη αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Μαρτυρίες ανθρώπων της εποχής αναφέρουν ότι ο Φίνος είχε υπογράψει μαζί της συμβόλαιο με αμοιβή εξαιρετικά υψηλή για τα δεδομένα της περιόδου, η οποία πιθανότατα συμπληρωνόταν και από ποσοστό.

Αυτό ήταν το πραγματικά σημαντικό: ένας σταρ μπορούσε να μην περιορίζεται σε ένα σταθερό κασέ αλλά να διεκδικεί συμμετοχή στην εμπορική επιτυχία της παραγωγής. Όσο περισσότερα εισιτήρια έκοβε η ταινία, τόσο μεγαλύτερο μπορούσε να είναι το οικονομικό όφελος.

Διπλά λεφτά και ποσοστά για τη Ρένα

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ρένας Βλαχοπούλου. Το 1966 εγκατέλειψε τη Φίνος Φιλμ και συμφώνησε με την Καραγιάννης–Καρατζόπουλος. Σύμφωνα με δημοσιευμένες αναδρομές, η νέα συμφωνία προέβλεπε διπλάσια αμοιβή και ποσοστά από τα κέρδη.

Δεν επρόκειτο λοιπόν για απλό «μεροκάματο». Οι μεγάλοι σταρ άρχιζαν να λειτουργούν σχεδόν σαν επιχειρηματικοί εταίροι μιας παραγωγής, αφού γνώριζαν ότι το όνομά τους ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το κοινό αγόραζε εισιτήριο.

Τα κασέ που άνοιξαν την ψαλίδα

Οι διαφορές στις αμοιβές μπορούσαν να είναι τεράστιες. Αναδρομικές καταγραφές για τη δεκαετία του ’60 τοποθετούν τη Βουγιουκλάκη περίπου στις 500.000 δραχμές ανά ταινία και τον Κώστα Βουτσά περίπου στις 300.000, ενώ η Ζωή Λάσκαρη αναφέρεται ότι είχε ετήσια συμφωνία περίπου 260.000 δραχμών.

Τα ποσά αυτά χρειάζονται προσοχή, επειδή προέρχονται συχνά από μεταγενέστερες μαρτυρίες και δημοσιεύματα και δεν σώζονται για κάθε ταινία τα ίδια συμβατικά στοιχεία. Δείχνουν όμως ξεκάθαρα πόσο διαφορετικά μπορούσε να πληρώνεται ένας σταρ από έναν άλλο.

Οι σταρ είχαν γίνει το ίδιο το προϊόν

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 το μοντέλο είχε αλλάξει. Η ίδια η Φίνος Φιλμ αναφέρει ότι οι ταινίες άρχισαν να βασίζονται όλο και περισσότερο στην αίγλη των πρωταγωνιστών.

Έτσι εξηγούνται τα μεγάλα κασέ, οι αποκλειστικότητες και τα ποσοστά. Ο παραγωγός δεν αγόραζε απλώς τις υπηρεσίες ενός ηθοποιού. Αγόραζε το όνομα που θα έμπαινε με τεράστια γράμματα στη μαρκίζα και θα έστελνε τον κόσμο στα ταμεία.

Πολύ πριν εμφανιστούν τα σημερινά συμβόλαια εκατομμυρίων, οι σταρ του ελληνικού σινεμά είχαν ήδη μάθει ότι η δημοτικότητα ήταν δύναμη – και τη μετέτρεπαν σε δραχμές.

Tags: