Για τους περισσότερους θεατές ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είναι ο αριστοκρατικός πενηντάρης με το κοστούμι, το νεύρο, τις ατάκες και την αδυναμία στις νεότερες γυναίκες. Ο «Λαμπρούκος», ο Μαυρογιαλούρος, ο πατέρας που προσπαθεί μάταια να επιβάλει την τάξη και φυσικά το αιώνιο γεροντοπαλίκαρο. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η εικόνα δημιουργήθηκε όταν ο ηθοποιός είχε ήδη συμπληρώσει περίπου δύο δεκαετίες καριέρας.

Ο Κωνσταντάρας γεννήθηκε το 1913 και η διαδρομή του μόνο κωμική δεν ήταν στην αρχή. Βρέθηκε στο Παρίσι με σκοπό να σπουδάσει χρυσοχόος, αλλά η ζωή τον οδήγησε στο θέατρο και στη σχολή του σπουδαίου Γάλλου θεατρανθρώπου Λουί Ζουβέ. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1938 και άρχισε να παίζει στο θέατρο, ενώ το 1940 εμφανίστηκε στο «Τραγούδι του χωρισμού», την πρώτη κινηματογραφική σκηνοθεσία του Φιλοποίμενα Φίνου.

Για χρόνια, όμως, κανείς δεν τον αντιμετώπιζε ως τον κωμικό που θα γνώριζε αργότερα όλη η Ελλάδα. Έπαιζε γοητευτικούς άνδρες, δραματικούς χαρακτήρες και σοβαρούς ρόλους. Η ίδια η Φίνος Φιλμ σημειώνει ότι χρειάστηκαν περίπου δεκαπέντε χρόνια μέχρι να γίνει αντιληπτό πόσο ισχυρή κωμική φλέβα διέθετε.

Η μεγάλη στροφή

Το 1961, στα 48 του χρόνια, ανέβασε ως πρωταγωνιστής στο θέατρο την κωμωδία «Καπετάνιος στον Παράδεισο». Η ανταπόκριση αποκάλυψε έναν διαφορετικό Κωνσταντάρα: εκρηκτικό, κομψό, νευρικό, γεμάτο μπρίο και με εξαιρετικό κωμικό timing. Από εκεί και πέρα η καριέρα του ουσιαστικά άρχισε ξανά.

Ακολούθησαν οι ρόλοι που δημιούργησαν τον κινηματογραφικό τύπο του. Στο «Υπάρχει και φιλότιμο» έγινε ο υπουργός Μαυρογιαλούρος, ενώ στα «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» ενσάρκωσε τον εύπορο πενηντάρη που αρνείται να αποδεχθεί ότι μεγαλώνει. Ταινίες όπως «Ο γεροντοκόρος», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι» και αργότερα «Τι 30… τι 40… τι 50…» αξιοποίησαν ακόμη περισσότερο αυτή την περσόνα.

Και συνέβη κάτι σπάνιο: η ηλικία, που για πολλούς ηθοποιούς μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο, έγινε το μεγαλύτερο όπλο του.

Από «μπαμπάς της Αλίκης» έγινε ο απόλυτος πρωταγωνιστής

Πριν από αυτή τη μεταμόρφωση, το κοινό τον είχε συνηθίσει και ως πατέρα νεότερων πρωταγωνιστριών. Έπαιξε επανειλημμένα τον κινηματογραφικό πατέρα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, μεταξύ άλλων στις «Διακοπές στην Αίγινα», «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», «Η Αλίκη στο Ναυτικό» και «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια».

Στη δεύτερη φάση της καριέρας του δεν χρειαζόταν πλέον νεότερο πρωταγωνιστή μπροστά του. Η ταινία μπορούσε να στηριχθεί επάνω του. Το κοινό πήγαινε για τον Κωνσταντάρα, τις εκρήξεις του, τις γκριμάτσες του και εκείνον τον ιδιαίτερο συνδυασμό αριστοκρατικού άνδρα και μεγάλου παιδιού.

Η αναγνώριση δεν περιορίστηκε στην εμπορική επιτυχία. Το 1969 τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στον «Μπλοφατζή».

Συνολικά συμμετείχε σε περίπου 80 κινηματογραφικές ταινίες και η καριέρα του απλώθηκε σε τέσσερις δεκαετίες. Το εντυπωσιακό, όμως, παραμένει ότι η εικόνα που τελικά τον έκανε αθάνατο στη λαϊκή κουλτούρα διαμορφώθηκε όταν πλησίαζε ήδη τα 50.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν έγινε τότε ηθοποιός ούτε πρωταγωνιστής. Έγινε, όμως, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας που εξακολουθεί να γνωρίζει το κοινό δεκαετίες μετά τον θάνατό του.