
Πριν γίνει η γυναίκα που μπορούσε να προκαλέσει γέλιο μόνο με μία γκριμάτσα, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε ήδη δημιουργήσει μια ολόκληρη καριέρα. Και δεν ήταν στην υποκριτική. Ήταν στο τραγούδι.
Η Βλαχοπούλου ξεκίνησε ως τραγουδίστρια και συνδέθηκε με την τζαζ και τα μουσικά κέντρα μιας εντελώς διαφορετικής Αθήνας. Το 1940 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον πιανίστα και συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής η συνεργασία τους συνεχίστηκε στις επιθεωρήσεις των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου. Το «Θα σε πάρω να φύγουμε», που τραγούδησε η Βλαχοπούλου, έγινε τεράστια επιτυχία και αργότερα ηχογραφήθηκε στην Αμερική ως «Greek Bolero» από την ορχήστρα του Ξαβιέ Κουγκάτ.
Η Ρένα είχε ήδη γνωρίσει τη νυχτερινή ζωή, τις μουσικές σκηνές και το απαιτητικό κοινό πολύ πριν ο κινηματογράφος την κάνει πανελλήνια σταρ. Αυτή η εμπειρία αποδείχθηκε πολύτιμη όταν βρέθηκε μπροστά στην κάμερα.
Από το μικρόφωνο στην κωμωδία
Στις ταινίες της δεν χρειαζόταν να «κατασκευάσει» μια περσόνα από το μηδέν. Η ταχύτητα στην ατάκα, η μουσικότητα, ο αυτοσχεδιασμός, η κίνηση και οι εκφράσεις της είχαν καλλιεργηθεί για χρόνια μπροστά σε ζωντανό κοινό.
Με τις μουσικές κωμωδίες και τα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη η Βλαχοπούλου βρήκε το ιδανικό κινηματογραφικό περιβάλλον. Δεν ήταν η κλασική νεαρή ενζενί. Ήταν κάτι πολύ πιο σπάνιο: μια γυναίκα που μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη κωμωδία στους ώμους της.
Και πολύ γρήγορα το κατάλαβαν και οι παραγωγοί.
350.000 έως 400.000 δραχμές για μία ταινία
Στη δεκαετία του ’60 η εμπορική της αξία είχε εκτοξευθεί. Δημοσιευμένες αναδρομές αναφέρουν ότι έφτανε να παίρνει περίπου 350.000 έως 400.000 δραχμές ανά ταινία, ποσό που την τοποθετούσε ανάμεσα στα ακριβότερα γυναικεία ονόματα της εποχής.
Το εντυπωσιακότερο, όμως, συνέβη το 1966.
Η Βλαχοπούλου αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Φίνος Φιλμ και να περάσει στην ανταγωνιστική Καραγιάννης–Καρατζόπουλος. Η νέα συμφωνία, σύμφωνα με τις ίδιες αναδρομικές πηγές, προέβλεπε διπλάσια αμοιβή και ποσοστά στα κέρδη.
Η ίδια δεν έκρυψε αργότερα ότι η απόφαση είχε οικονομικό κίνητρο. Είχε εξηγήσει πως εκείνη την περίοδο οι ηθοποιοί προσπαθούσαν να δημιουργήσουν οικονομική ασφάλεια για το μέλλον τους και πως η ίδια ήταν ιδιαίτερα προσεκτική στη διαχείριση των χρημάτων της.
Έφυγε – και ο Φίνος την ήθελε πίσω
Στην Καραγιάννης–Καρατζόπουλος γύρισε τη «Βουλευτίνα», το «Βίβα Ρένα» και τη «Ζηλιάρα». Στη συνέχεια συνέβη κάτι που δείχνει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε κασέ πόσο ισχυρό όνομα είχε γίνει.
Το 1969 επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ. Δημοσίευμα της εποχής ανακοίνωνε τη νέα συνεργασία, ενώ η συμφωνία την έδεσε ξανά με την εταιρεία για σειρά ταινιών. Από αυτή τη δεύτερη περίοδο προέκυψαν επτά παραγωγές, ανάμεσά τους και η «Παριζιάνα».
Η τραγουδίστρια που είχε ξεκινήσει μπροστά σε μικρόφωνα και σε νυχτερινά κέντρα είχε πλέον μετατραπεί σε κινηματογραφικό κεφάλαιο.
Δεν είχε την εικόνα της Αλίκης, ούτε προσπάθησε να την αποκτήσει. Η δύναμή της ήταν ακριβώς η αντίθετη: η Ρένα μπορούσε να τσαλακωθεί, να φωνάξει, να χορέψει, να αυτοσαρκαστεί και να μετατρέψει μια απλή ατάκα σε σκηνή που το κοινό θυμόταν χρόνια αργότερα.
Και όταν έφτασε η στιγμή των συμβολαίων, ήξερε πολύ καλά πόσο άξιζε αυτό το ταλέντο – και ζητούσε να πληρωθεί ανάλογα.