Η Σωτηρία Μπέλλου, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, θα μπορούσε να αποτελέσει διαχρονικό σύμβολο ισότητας, σε κάθε εποχή και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η Σωτηρία Μπέλλου δεν υποτάχθηκε ποτέ στους άντρες που παντρεύτηκε, παρά τις επιταγές και τα στερεότυπα της εποχής. Σε μια περίοδο όπου ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας ήταν αυστηρά περιορισμένος, εκείνη επέλεξε να αντισταθεί.

Ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές, πολλές γυναίκες —ακόμη και γνωστές προσωπικότητες— αποδέχθηκαν τον συντηρητικό κοινωνικό ρόλο που τους επιβαλλόταν. Η Μπέλλου, όμως, ξεχώρισε: δεν ταυτίστηκε ποτέ με κάποιον άντρα στη συλλογική μνήμη, αλλά στάθηκε αυτόνομα, με το όνομά της να επισκιάζει όσους βρίσκονταν δίπλα της.

Παράλληλα, είχε το θάρρος να αντιδράσει απέναντι στην κακοποίηση και την ταπείνωση που βίωνε από τον πρώτο της σύζυγο.

Το 1938 παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα, ελεγκτή λεωφορείων. Σύντομα, όμως, η σχέση τους πήρε σκοτεινή τροπή, καθώς εκείνος φέρεται να είχε βίαιη συμπεριφορά, ενώ συνήθιζε να πίνει και να λείπει τα βράδια. Η ίδια είχε εξομολογηθεί σε κοντινά της πρόσωπα ότι δεχόταν συστηματικά κακοποίηση.

Η κατάσταση κορυφώθηκε όταν, ενώ ήταν έγκυος, υπέστη τόσο σοβαρό ξυλοδαρμό που οδήγησε σε αποβολή.

Παρά τα όσα βίωνε, παρέμεινε για ένα διάστημα στον γάμο, εγκλωβισμένη από τον φόβο της κοινωνικής κατακραυγής. Τελικά, όταν πληροφορήθηκε την επαναλαμβανόμενη απιστία του συζύγου της, αποφάσισε να βάλει τέλος στη σχέση τους, προχωρώντας σε μια ακραία πράξη εκδίκησης, ρίχνοντάς του βιτριόλι στο πρόσωπο.

Η πράξη αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το πλαίσιο της εποχής και των βιωμάτων της. Τότε, η Μπέλλου δεν είχε ακόμη καθιερωθεί καλλιτεχνικά, ενώ οι γυναίκες του θεάματος συχνά στιγματίζονταν ως «ανήθικες». Χρειάστηκε, λοιπόν, τεράστια ψυχική δύναμη για να αντιδράσει.

Βάσει του νόμου, καταδικάστηκε αρχικά σε τρία χρόνια φυλάκισης, ωστόσο αποφυλακίστηκε μετά από έξι μήνες, καθώς φαίνεται πως λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες που είχαν προηγηθεί.