
Μία ώρα στο τηλέφωνο με τον Γιώργο Μαζωνάκη είχε μιλήσει ο Σταμάτης Κραουνάκης λίγο πριν από τον ξαφνικό θάνατο του τραγουδιστή, γεγονός που έκανε ακόμη πιο δύσκολο για τον ίδιο να πιστέψει την είδηση.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης «έφυγε» από τη ζωή χθες Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 54 ετών, μετά από ανακοπή που υπέστη σε ιδιωτική ιατρική μονάδα στο Κολωνάκι.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης, σε μακροσκελή ανάρτησή του, αναφέρθηκε στη σχέση και τη συνεργασία τους, θυμήθηκε χαρακτηριστικές στιγμές από τη γνωριμία τους και μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για τον τραγουδιστή.
Όπως περιγράφει, η τελευταία τους τηλεφωνική συνομιλία έγινε μόλις λίγες ώρες πριν από τον θάνατο του Μαζωνάκη.
Οι δύο άνδρες συζήτησαν για περίπου μία ώρα, γέλασαν και μίλησαν ακόμη και για πιθανή συνάντησή τους στην Τεχνόπολη.
Ο Κραουνάκης αναφέρθηκε επίσης στη συνεργασία τους στο «Ξημερώνει Πάλι» και στην ταινία «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», θυμίζοντας τον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο προέκυπταν οι κοινές τους δουλειές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον χαρακτήρα του Μαζωνάκη, αλλά και στη σχέση που είχε με τη μητέρα του, λέγοντας πως τον θαύμαζε επειδή εξακολουθούσε να πηγαίνει στο σπίτι της μητέρας του για να φάει.
Ο μουσικοσυνθέτης χαρακτήρισε τον Μαζωνάκη «την τελευταία αναγνωρίσιμη φωνή στο λαϊκό τραγούδι», ενώ στάθηκε στη μοναδικότητα της παρουσίας του και στον τρόπο με τον οποίο κατάφερνε να ξεχωρίζει.
Παράλληλα, περιέγραψε τη στιγμή που πληροφορήθηκε τον θάνατό του. Αρχικά δεν μπορούσε να το πιστέψει, καθώς είχε μιλήσει μαζί του μόλις δύο ημέρες νωρίτερα.
Ολόκληρη η ανάρτηση του Σταμάτη Κραουνάκη
«Τίποτα σήμερα. Πέμπτη 10, Σεπτεμβρίου. Προχθές το βράδυ μου τηλεφώνησες δεν σε είχα περάσει στο κινητό, απαντούσα μονολεκτικά “ποιος είναι” λέω “Μαζώ” μου λες. Σε πήρα μιλάγαμε 1 ώρα περίπου, γελάγαμε όπως πάντα σαν παιδιά που ετοιμάζουμε κάποια καινούρια ζημιά. Ήθελες να έρθω στην Τεχνόπολη, μου είπες να πούμε το ξημερώνει πάλι. Σου λέω δεν βγαίνω πια αγάπη μου, δεν μπορώ κάνω κάτι άλλα. Θα σου πω άμα έχεις όρεξη να έρθεις να δεις.
Βρήκα τι έγραφα τότε που έφυγε ο Νίκος. Ξημερώνει πάλι: Παναγιωτόπουλος πάλι. Αστυνομικό. Απίθανο φιλμ. Ο Μαζωνάκης μας ήρθε στο μυαλό σαν το σωστό πρόσωπο. Ωραίες ορχήστρες, Ωραίο σι ντι. Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς Σου. Το Καμικάζι πολύ ωραίο λαϊκό τραγούδι επίσης. Α το αγαπώ πολύ το Κουράστηκα. Ορφανός χωρίς τον Παναγιωτόπουλο. Και τα ταξίδια του.
Θυμήθηκα που μου διάβασε το σενάριο και ήταν πρωταγωνίστρια μία που την έπαιζε η Θεοφανία, πού ήτανε γλάστρα στα μπουζούκια. Και μου λέει ο Νίκος ποιον να πάρουμε να κάνει τον τραγουδιστή στα μπουζούκια μου έλεγε κάτι γυναικεία ονόματα. Του λέω να πάρουμε το Μαζωνάκη δεν τον ήξερε του έστειλα του άρεσε και τον ρώτησα και τον δικό μας και είπε α ωραία ευχαριστώ πολύ.
Έτσι θα κάναμε πάντα με το Γιώργο δεν το πολύ κουβεντιάζαμε. Είχε έρθει στο στούντιο στο Χολαργό δεν υπάρχει πια αυτό το στούντιο. Τότε συνέχεια εκεί έγραφα τα πάντα. Έφυγε και το παιδί που είχε το στούντιο απ’ τον πατέρα του. Ένας άγγελος κι αυτός. Ο Χρήστος ο Κοσμάς. Ήρθε ο Γιώργος να γράψουμε. Έλεγε δυο φράσεις έβγαινε έξω. Ξανά μέσα δύο φράσεις. Ξανά έξω. Του λέω κάποια στιγμή επειδή δεν προχωράγαμε. Γιώργο μου έγραψε στ’ αρχίδια σου τον Κραουνάκη γιατί δε με βλέπω να τελειώνουμε και θα μας κυνηγάει ο Παναγιωτόπουλος. Μετά τον παρέλαβε η Μαριάννα του Νίκου και του έβαλε αυτά τα καπελάκια είναι κούκλος. Πήγα και στο γύρισμα που ήτανε κάτι με μαύρες σακούλες και πετάγανε συνέχεια λουλούδια μπροστά στην κάμερα.
Όταν έσκασε το τραγούδι δεν το έπαιζε κανείς ο σταθμός που έπαιζε Μαζωνάκηδες δεν ήθελε εμένα ο μελωδία που έπαιζε εμένα δεν ήθελε το Μαζωνάκη. Θυμάμαι λεπτομέρειες. Παρ’ όλα αυτά το τραγούδι ορφανό αγαπήθηκε από τον κόσμο έγινε επιτυχία και μετά από λίγο καιρό του έσκασε και το Gucci φόρεμα και τα δύο μαζί αγκαλίτσα κάνανε ένα χαμό όσο να ‘ναι. Όποτε μου ζήταγε ήμουνα απίκο. Οπότε του ζήταγα ήτανε απίκο.
Τον καμάρωνα που πήγαινε και έτρωγε στη μάνα του και έλεγα μέσα μου δεν χάλασε αυτός.
Και προχθές στα τηλέφωνα. Αφού έβλεπα τον Τσίπρα και με πήρε η Ναταλί και μου είπε πέθανε ο Μαζωνάκης της λέω άντε καλέ αφού προχθές μιλάγαμε είναι ψέματα. Όσο έβλεπα τον Τσίπρα πέφτανε κι άλλα τηλέφωνα και μετά άρχισαν τα κανάλια.
Για μένα η τελευταία αναγνωρίσιμη φωνή στο λαϊκό τραγούδι. Από κει και μετά όλο ψάχνεσαι ποιον ή ποιαν ακούς! Όλοι μοιάζουν μεταξύ τους. Αν δεν ξέρεις ποιος λέει το τάδε τραγούδι τους μπερδεύεις. Λογικά λυπήθηκε ο μεγάλος κόσμος που τον αγάπησε τόσο και πέρασε τόσο καλά μαζί του. Τολμηρός πως κράταγε μικρόφωνο ανάποδα τι φόραγε γούσταρε να κάνει ντόρο. Το διασκέδαζε πολύ. Καθαρός λαϊκό παιδί γνήσιο. Στο καλό να πάει. Υπόγραψε το μύθο του. Το σκυλί εδώ δε λέει να ησυχάσει.
Να αυτό από το secret mad. Επέμενε πολύ η Καλλιόπη να το κάνουμε. Το καράβι που φαίνεται από την πόρτα λεγόταν Άγιος Νεκτάριος. Είναι στο μικρό ναυπηγείο του μπαμπά του. Στα σχόλια σας βάζω και όλο το soundtrack είναι από τα πιο αγαπημένα μου. Καλημέρα παιδιά! Μας έπεσε βαρύ αυτό. Θα βγω στο Μάνο και στο Γιάννη στο πρωινό ώρα Ελλάδος σήμερα να πω δυο κουβέντες. Συγνώμη που σ όλα τα υπόλοιπα όχι. Δεν άντεχα! Προχθές μιλάγαμε 1 ώρα. Δεν άντεχα».