Το 1970  ο Μάνος Λοΐζος δημιούργησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μουσικά κομμάτια του ελληνικού κινηματογράφου, το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας», για την ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού.

Η έμπνευση ήρθε όταν ο συνθέτης είδε το υλικό από τη σκηνή όπου ο λοχίας χορεύει έναν μοναχικό ζεϊμπέκικο.

Ο Λοΐζος κατάλαβε πως η συγκεκριμένη στιγμή χρειαζόταν έναν ήχο που θα αποτύπωνε την ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση της σκηνής.

Για αυτό επέλεξε έναν παλιό τζουρά, αντί για το κλασικό μπουζούκι. Το όργανο ανήκε παλαιότερα στον ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη και μεταφέρθηκε από το σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου για να χρησιμοποιηθεί στην ηχογράφηση.

Όταν ο Αλέξης Δαμιανός άκουσε τη μελωδία για πρώτη φορά, ενθουσιάστηκε, καθώς θεώρησε πως η μουσική ταίριαζε απόλυτα με τη σκηνή της ταινίας.

Η ηχογράφηση, ωστόσο, δεν ήταν εύκολη.

Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, που ανέλαβε να παίξει τον τζουρά, διαπίστωσε ότι το όργανο ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και δυσκολευόταν να κρατήσει το κούρδισμά του.

Παρά τις αντιρρήσεις για την αντικατάστασή του, ο Μάνος Λοΐζος επέμεινε, καθώς θεωρούσε ότι ο ιδιαίτερος ήχος του συγκεκριμένου οργάνου ήταν αυτό που έδινε στο κομμάτι τη μοναδικότητά του.

Τελικά, ο παλιός τζουράς έγινε το βασικό στοιχείο του ήχου που συνδέθηκε με μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου.

Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του Μάνου Λοΐζου και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά ορχηστρικά κομμάτια.