Η τελευταία, εξαιρετικά σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε χθες, Δευτέρα 12/1 το γραφείο τύπου της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο δείχνει πως το χάσμα με το Πατριαρχείο Μόσχας είναι πλέον αγεφύρωτο.

Σύμφωνα με τους Ρώσους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι μίσθαρνο όργανο των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, συνεργάζεται με ακραία εθνικιστικά στοιχεία, ακόμη και νεοναζί.

Αποσκοπώντας στο να εξοντώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, με την απόσπαση από το Πατριαρχείο της Μόσχας μιας σειράς εκκλησιών από τη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία.

Ο κ. Βαρθολομαίος κατηγορείται από τους Ρώσους ότι «η επιθετικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν περιορίζεται στην Ουκρανία και τις χώρες της Βαλτικής. Η ύπουλη συμπεριφορά του εξαπλώνεται σταδιακά σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης».

Μιλούν για «ύπουλο πνεύμα» εκ μέρους του Πατριάρχη που «εξαπλώνεται σταδιακά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σχεδιάζει να παραχωρήσει αυτοκεφαλία στην μη αναγνωρισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου, προκειμένου να ξεκινήσει εκστρατεία καταστολής εις βάρος της ‘ιδιαίτερα ξεροκέφαλης’ Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ενεργεί όπως οι ψευδο-προφήτες, όπως αυτοί περιγράφονται στην Επί του Όρους Ομιλία. Δηλαδή, ‘σας προσεγγίζουν ντυμένοι πρόβατα, αλλά εσωτερικά είναι αιμοβόροι λύκοι. Με αυτά που κάνει, ο Βαρθολομαίος διαλύει το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας -κυριολεκτικά».

Το βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων BGNES αναφέρει ότι «η Μόσχα στηρίζει ανοιχτά το Βελιγράδι, σε μια προσπάθεια να αποσταθεροποιήσει το Μαυροβούνιο, γι’ αυτό και επιτίθεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη».

Οι Βούλγαροι συναρτούν τον ιερό πόλεμο ανάμεσα σε Μόσχα και Κωνσταντινούπολη, με τον πολιτικό αναβρασμό που επικρατεί αυτή την περίοδο στο Μαυροβούνιο και τη δύναμη που έχει αποκτήσει εσχάτως το φιλορωσικό και φιλοσερβικό κόμμα του Μίλαν Κνέζεβιτς.

Επίσης, το 2016 στο Μαυροβούνιο είχε γίνει απόπειρα πραξικοπήματος, προκειμένου να αποτραπεί η φιλοδυτική τροχιά της χώρας.

Το Μαυροβούνιο είναι το (σχετικά) νέο σημείο τριβής ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και το Πατριαρχείο της Μόσχας, ενώ το μεγάλο αγκάθι παραμένει η Ουκρανία.

Όπως είχε εξομολογηθεί σε δημόσια ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης «κατά τη προπαρασκευή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη το 2016, «υπήρξα μάρτυρας, προσωπικά, στις προσπάθειες των Ρώσων, μαζί με εκπροσώπους άλλων εκκλησιών, να συμπεριληφθεί η αναφορά στον ‘ιερό πόλεμο’. Αυτό συνέβη πολύ πριν εισβάλουν οι Ρώσοι στην Ουκρανία. Εμείς, οι Ελληνορθόδοξοι, δώσαμε μάχη για να μην αναγραφεί πουθενά ο συγκεκριμένος όρος».

Το 2022, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επέκρινε με δριμύτητα τον Κύριλλο, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «ως θρησκευτικός ηγέτης, ο Κύριλλος έπρεπε να αντισταθεί στην πίεση που δέχεται από τον Πούτιν και να αποκηρύξει τον πόλεμο. Αλλά δεν το έκανε, γεγονός που με θλίβει. Δεν ξέρω πώς θα δικαιολογηθεί στη συνείδησή του, εμένα όμως ο Πατριάρχης Κύριλλος με απογοήτευσε βαθιά.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι ούτε ευλογημένος ούτε ιερός. Είναι μια άγρια, ανθρωποκτόνος διαμάχη -και εμείς προσευχόμαστε να λήξει το ταχύτερο δυνατόν».

Την επαύριο των Χριστουγέννων του 2013 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας εξέδωσε ένα ανακοινωθέν, κάτι σαν εκκλησιαστική εγκύκλιο, ειδικά για το ζήτημα του Πρωτείου, όπως αυτό αντιμετωπίζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Εν ολίγοις, η ουσία της άποψης που προέβαλε ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ήταν η ευθεία αμφισβήτηση του θεμελιώδους προνομίου του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ο Κύριλλος υποστήριξε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει κανενὸς είδους Πρωτείο, αλλά απλώς μια σειρά Προκαθεδρίας μεταξύ των Ορθοδόξων Προκαθημένων.

Το επόμενο περιστατικό έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα στον αρχιεπίσκοπο Μόσχας Κύριλλο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίου είχε ως αφορμή την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον Ιούνιο του 2016 στο Κολυμπάρι Χανίων, στην Κρήτη.

Τότε φάνηκε ότι ο Κύριλλος χαράσσει τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με τον Βαρθολομαίο, καθώς ο Αρχιεπίσκοπος Μόσχας γύρισε επιδεικτικά την πλάτη του σε μία ιστορικής σημασίας συνάθροιση των επικεφαλής ορθοδόξων εκκλησιών από ολόκληρο τον πλανήτη.

Διότι, ενώ μόλις πριν από μερικούς μήνες, τον Ιανουάριο του 2016, ο Κύριλλος είχε υπογράψει τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη -και, μάλιστα, είχε υπογράψει επίσης όλα τα σχετικὰ κείμενα, τα οποία είχαν επί 40 ολόκληρα χρόνια προετοιμαστεί σε 5 διαφορετικές Πανορθόδοξες Προσυνοδικὲς Διασκέψεις (την περίοδο 1976-2015), τελικὰ ο επικεφαλής της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας απείχε από τις εργασίες της Συνόδου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ένιωσε, βαθιά προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά του Κυρίλλου.

Κύκλοι του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εκφράζοντας όσα απέφυγε να δηλώσει ο ίδιος ο Βαρθολομαίος, μετήλθαν εξαιρετικά σκληρών εκφράσεων.

Χαρακτηρίζοντας τη μεταστροφή των Ρώσων σαν «αήθη συμπεριφορά» και «η απουσία από τη Σύνοδο συνιστά απόδειξη αυτονομιστικής τάσης εκ μέρους του Κυρίλλου και των Ρώσων».

Ωστόσο, η μείζων διαμφισβήτηση αφορά στην αυτοκεφαλία της ουκρανικής Εκκλησίας, ένα ζήτημα, προφανώς πολιτικό. Ο Κύριλλος, καταδίκασε αμέσως και απερίφραστα τη σχετική πρωτοβουλία του Βαρθολομαίου.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2018 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποφάσισε τη χορήγηση αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ουκρανίας.

Την αρχική απόφαση ακολούθησε μία επιπλέον, η οποία προέβλεπε την αναγνώριση της κανονικότητας στις δύο πρώην σχισματικὲς Εκκλησίες της Ουκρανίας, στις οποίες ανήκει η πλειονότητα του ουκρανικού λαού.

Όμως, τον Οκτώβριο του 2018, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας -η οποία, μάλιστα, συνεδρίασε στο Μινσκ της Λευκορωσίας και, όλως παραδόξως όχι στην έδρα της, τη Μόσχα.

Η Σύνοδος αυτή εξέδωσε κείμενο, στο οποίο εκφράζεται η πλήρης εναντίωση στην επιλογή του Βαρθολομαίου να παραχωρήσει το αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ουκρανίας.

Η τεκμηρίωση του γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έπρεπε -και δεν είχε το δικαίωμα, επί της ουσίας- να αναγνωρίσει εκκλησιαστική αυτοκεφαλία στην Ουκρανία, ήταν μακροσκελής και εξαντλητική.

Ο Κύριλλος και οι συνεργάτες του συνέταξαν το κείμενο αμφισβήτησης της απόφασης του Βαρθολομαίου επικαλούμενοι το «δεδικασμένο», βάσει του οποίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο εμφανιζόταν σαν ανακόλουθο με το παρελθόν.

Τα παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρώσους για να εκθέσουν τον Βαρθολομαίο αναφέρονταν σε υποθέσεις που εξετάστηκαν σε Συνόδους προ αιώνων. Ενώ ως προς τα πιο σύγχρονα, ο Κύριλλος υπενθύμιζε στον Βαρθολομαίο ότι το 1992 είχε καθαιρέσει και το 1997, ακόμη χειρότερα, είχε αναθεματίσει επισήμως τον πρώην αρχιεπίσκοπο Κιέβου, Φιλάρετο.

Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέτεινε με διαρροές ότι ο Κύριλλος και το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρούν την Ουκρανία ρωσικό έδαφος, εξού και δεν επιθυμούν τη δημιουργία αυτοκεφάλου Εκκλησίας εκεί, παρόλον ότι η κατάσταση των ορθοδόξων Ουκρανών, λόγω της τριχοτόμησης της τοπικής Εκκλησίας, είχε δημιουργήσει μια χαοτική κατάσταση για τους πιστούς.

«Εμείς» έλεγαν οι εν Κωνσταντινουπόλει, «επιχειρούμε να υπερβούμε αυτή τη στρεβλή κατάσταση (για την οποία αδιαφόρησε πλήρως και επί δεκαετίες το Πατριαρχείο Μόσχας). Η παρασχεθείσα αυτοκεφαλία στην Ουκρανία προσβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην ενότητα».

Ενδιαμέσως υπήρξε μια μικρή αναλαμπή, για κάποιους μια ελπίδα γεφύρωσης του χάσματος, καθώς στις 31 Αυγούστου του 2018 ο Αρχιεπίσκοπος Μόσχας, με δική του πρωτοβουλία, μετέβη στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σε μια αυθημερόν επίσκεψη, ο Κύριλλος έγινε δεκτός στην Κωνσταντινούπολη με τη δέουσα, εν Χριστώ βεβαίως, εγκαρδιότητα.

Το δελτίο τύπου του Πατριαρχείου, όπως πάντα σε άψογη καθαρεύουσα, αποτύπωνε το κλίμα της σημαντικής αυτής συνάντησης ως εξής:

«Ὁ Παναγιώτατος [σσ: Βαρθολομαίος] καλωσόρισε δι’ ἐνθέρμων προσρήσεων τόν ὑψηλόν ἐπισκέπτην εἰς τάς αὐλάς τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, μνησθείς τῶν προαπελθόντων Γερόντων αὐτῶν ἀειμνήστων Μητροπολιτῶν Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος καί Λέννιγκραντ Νικοδήμου, ὡς καί πάντων τῶν διακονησάντων τάς διμερεῖς μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἀλλά καί εὐρύτερον τάς διορθοδόξους σχέσεις, καί τονίσας τήν σημασίαν τοῦ διαλόγου ὡς θεοστάλτου μέσου πρός ὑπέρβασιν τῶν παρουσιαζομένων δυσχερειῶν. Ο δέ Μακαριώτατος [σσ: Κύριλλος], ἀπαντητικῶς, ἐξέφρασε τήν συγκίνησίν του καί τάς ζωηράς ἀναμνήσεις του ἐκ τῶν κατά διαφόρους περιστάσεις πραγματοποιηθεισῶν ἐπισκέψεών του εἰς τήν Βασιλίδα τῶν Πόλεων καί ἐκ τῆς συνεργασίας του μετά τῆς Α. Θ. Παναγιότητος.

Ἐπηκολούθησε μακρά κατ’ ἰδίαν συζήτησις ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Γραφείῳ μεταξύ τῶν δύο Προκαθημένων» κ.λπ.

Από ό,τι φάνηκε όμως εκ των υστέρων, πίσω από τα πρωτόκολλα και τις εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, δεν βρέθηκε σημείο σύγκλισης ανάμεσα στον Βαρθολομαίο και τον Κύριλλο.