Η Σινδόνη του Τορίνο, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα θρησκευτικά κειμήλια στον κόσμο, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης.

Το λινό ύφασμα, που σύμφωνα με την παράδοση χρησιμοποιήθηκε για να τυλιχθεί το σώμα του Ιησού μετά τη σταύρωση, έχει μελετηθεί επί δεκαετίες, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει δοθεί οριστική απάντηση για την προέλευση και την ηλικία του.

Νέα γενετική ανάλυση σε δείγματα που είχαν συλλεχθεί από τη Σινδόνη το 1978 προσθέτει νέα στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα περιπλέκει ακόμα περισσότερο την εικόνα.

Η έρευνα, με επικεφαλής τον καθηγητή γενετικής και γονιδιωματικής Τζιάνι Μπαρκάτσια του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, βασίστηκε σε 12 δείγματα τα οποία εξετάστηκαν με σύγχρονες τεχνικές αλληλούχισης DNA. Οι ερευνητές αναζήτησαν όχι μόνο ανθρώπινο γενετικό υλικό, αλλά και ίχνη από φυτά, ζώα, βακτήρια, μύκητες και άλλους μικροοργανισμούς.

Μεταξύ των ευρημάτων εντοπίστηκε η σπάνια μητρική γενεαλογική γραμμή H33, η οποία απαντάται σήμερα κυρίως σε πληθυσμούς της Εγγύς Ανατολής, μεταξύ άλλων και στους Δρούζους που ζουν σε περιοχές του Ισραήλ, της Ιορδανίας, του Λιβάνου και της Συρίας.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η συγκεκριμένη γενεαλογική γραμμή είχε ήδη εντοπιστεί σε προηγούμενη μελέτη του 2015, επομένως δεν αποτελεί ολοκαίνουργια ανακάλυψη.

Παράλληλα, περίπου το 55,6% των ταξινομημένων ανθρώπινων αλληλουχιών DNA αντιστοιχούσε σε γενεαλογίες της Εγγύς Ανατολής, ενώ το 38,7% συνδεόταν με γενεαλογίες της Ινδίας. Οι ίδιοι οι επιστήμονες, ωστόσο, προειδοποιούν ότι τα ποσοστά αυτά δεν μπορούν να μεταφραστούν σε ποσοστά ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με το ύφασμα ούτε αποδεικνύουν την καταγωγή της Σινδόνης.

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η Σινδόνη έχει υποστεί εκτεταμένο και επαναλαμβανόμενο χειρισμό.

Στα δείγματα εντοπίστηκαν πολλές διαφορετικές παραλλαγές μιτοχονδριακού DNA, ενώ ανιχνεύθηκαν επίσης κοινά βακτήρια του ανθρώπινου δέρματος, όπως τα Cutibacterium και Staphylococcus.

Μάλιστα, μια γενετική γραμμή που εμφανίστηκε σε τρία δείγματα ταυτοποιήθηκε και στον καθηγητή Pierluigi Baima Bollone, ο οποίος είχε συλλέξει τα δείγματα το 1978. Οι ερευνητές θεωρούν έτσι πιθανό ότι σημαντικό μέρος αυτού του DNA προήλθε από τον ίδιο ή από στενό συγγενή του κατά τον χειρισμό του υλικού.

Το γεγονός αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να διαχωριστεί το DNA που ενδεχομένως ανήκε στον άνθρωπο που είχε τυλιχθεί αρχικά στη Σινδόνη από το γενετικό υλικό που προστέθηκε κατά τους αιώνες.

Ίχνη αλατόφιλων μικροοργανισμών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ο εντοπισμός μικροοργανισμών που μπορούν να επιβιώσουν σε περιβάλλοντα υψηλής αλατότητας. Μεταξύ αυτών βρέθηκε και ο μύκητας Debaryomyces hansenii, ο οποίος μπορεί να συναντάται σε ιδιαίτερα αλμυρά περιβάλλοντα αλλά και σε τρόφιμα, όπως τα τυριά.

Το εύρημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το ύφασμα να είχε κάποια στιγμή εκτεθεί σε αλμυρό ή υφάλμυρο περιβάλλον. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια πού ή πότε αποκτήθηκαν αυτά τα μικροβιακά ίχνη.

Φυτά από την Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική

Η ανάλυση αποκάλυψε ακόμα βιολογικό υλικό που συνδέεται με πολλές διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Στα δείγματα εντοπίστηκαν ίχνη φυτών και άλλων οργανισμών που προέρχονται από την Ευρώπη, την Ασία, τη Μεσόγειο αλλά και την Αμερική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η παρουσία γενετικού υλικού από φυτά όπως ο αραβόσιτος, οι ντομάτες, οι πιπεριές, οι πατάτες και τα φιστίκια, καλλιέργειες που έγιναν γνωστές στην Ευρώπη μετά τα ταξίδια του Κολόμβου.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μεγάλο μέρος αυτού του βιολογικού υλικού πιθανότατα προστέθηκε στη Σινδόνη κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων αιώνων, εξαιτίας της συνεχούς έκθεσης και του χειρισμού της.

Δεν λύθηκε το μυστήριο της ηλικίας

Παρά τα νέα δεδομένα, η έρευνα δεν δίνει οριστική απάντηση στο βασικό ερώτημα: είναι πράγματι η Σινδόνη το ύφασμα που χρησιμοποιήθηκε για το σώμα του Ιησού;

Οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι το DNA δεν μπορεί να αποδείξει κάτι τέτοιο, ούτε να καθορίσει από μόνο του αν το λινό είναι περίπου 2.000 ετών ή προέρχεται από τον Μεσαίωνα.

Η πρώτη καταγεγραμμένη δημόσια εμφάνιση της Σινδόνης τοποθετείται στη δεκαετία του 1350, στο Λιρέ της Γαλλίας. Παράλληλα, η περίφημη χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα που πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1980 έδωσε μεσαιωνική ηλικία, αν και έκτοτε έχουν διατυπωθεί αμφισβητήσεις σχετικά με τα δείγματα που χρησιμοποιήθηκαν.

Έτσι, η νέα γενετική μελέτη δεν κλείνει την υπόθεση. Αντίθετα, προσθέτει νέα κομμάτια σε ένα εξαιρετικά σύνθετο παζλ, δείχνοντας ότι η Σινδόνη έχει ταξιδέψει, έχει αγγιχθεί από πολλούς ανθρώπους και έχει συγκεντρώσει βιολογικά ίχνη από διαφορετικές εποχές και περιοχές.

Το βασικό συμπέρασμα των ερευνητών παραμένει σαφές: τα διαθέσιμα γενετικά δεδομένα δεν μπορούν να αποδείξουν ούτε ότι η Σινδόνη τύλιξε τον Ιησού ούτε ότι το ύφασμα είναι αναγκαστικά 2.000 ετών.