Είναι ίσως μία από τις πιο γνώριμες λέξεις που ακούγονται στη Θεία Λειτουργία. Το «Αμήν» επαναλαμβάνεται συχνά από τους πιστούς, όμως η σημασία του είναι πολύ βαθύτερη από μια απλή κατακλείδα μιας προσευχής.

Η λέξη «Αμήν» προέρχεται από την εβραϊκή λέξη āmēn, η οποία συνδέεται με έννοιες όπως «βεβαιότητα», «αλήθεια» και «πιστότητα». Πέρασε από την εβραϊκή παράδοση στη χριστιανική λατρεία και διατηρήθηκε σχεδόν αυτούσια σε πολλές γλώσσες.

Όταν ένας πιστός λέει «Αμήν», ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα λόγια που προηγήθηκαν. Η έννοια μπορεί να αποδοθεί ως «αληθινά», «έτσι είναι» ή «ας γίνει έτσι».

Στη Θεία Λειτουργία, επομένως, το «Αμήν» δεν είναι απλώς μια λέξη που ακολουθεί μηχανικά μια προσευχή. Αποτελεί μια προσωπική συμμετοχή του πιστού, ο οποίος συμφωνεί και συντάσσεται με το περιεχόμενο της προσευχής.

Η χρήση της λέξης έχει πολύ παλιά παράδοση. Συναντάται στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ χρησιμοποιείται και στην Καινή Διαθήκη. Ο ίδιος ο Ιησούς χρησιμοποιεί τη λέξη «αμήν» σε πολλές από τις διδασκαλίες του, συνήθως για να εισαγάγει μια δήλωση που παρουσιάζει ως βέβαιη και αληθινή.

Στη χριστιανική λατρεία η λέξη διατηρήθηκε, ακριβώς επειδή θεωρήθηκε ότι δεν χρειάζεται μετάφραση για να μεταφέρει το νόημά της. Έτσι, το «Αμήν» έγινε κοινό στοιχείο στις προσευχές και στις λειτουργικές παραδόσεις διαφορετικών χριστιανικών κοινοτήτων.

Κάθε φορά, λοιπόν, που ακούγεται στη Θεία Λειτουργία, το «Αμήν» λειτουργεί ως μια σύντομη αλλά ουσιαστική δήλωση πίστης και αποδοχής: «Αληθινά, έτσι είναι».