
Δεν είναι τυχαίο ότι τα επιβατικά αεροπλάνα πραγματοποιούν το μεγαλύτερο μέρος των πτήσεών τους σε ύψος περίπου 10.000 μέτρων, δηλαδή μεταξύ 33.000 και 36.000 ποδιών.
Η επιλογή αυτού του υψομέτρου συνδέεται κυρίως με την οικονομία καυσίμου, την αποδοτικότητα των κινητήρων και την ασφάλεια της πτήσης.
Σε μεγαλύτερα ύψη, η ατμόσφαιρα γίνεται πιο αραιή, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αεροδυναμική αντίσταση που αντιμετωπίζει το αεροσκάφος. Έτσι, το αεροπλάνο μπορεί να διατηρεί την ταχύτητά του καταναλώνοντας λιγότερη ενέργεια, γεγονός που περιορίζει την κατανάλωση καυσίμου και μειώνει το κόστος της πτήσης.
Παράλληλα, το συγκεκριμένο ύψος επιτρέπει στα αεροσκάφη να αποφεύγουν μεγάλο μέρος των καιρικών φαινομένων που εμφανίζονται χαμηλότερα στην ατμόσφαιρα. Αν και οι αναταράξεις δεν εξαλείφονται, οι συνθήκες σε αυτά τα επίπεδα είναι συχνά πιο ομαλές σε σχέση με τα χαμηλότερα στρώματα.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η εναέρια κυκλοφορία. Τα αεροπλάνα που πετούν σε μεγάλο ύψος κινούνται σε οργανωμένα επίπεδα πτήσης, μακριά από πολλά μικρότερα αεροσκάφη και φυσικά εμπόδια που βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια της Γης.
Το ύψος των περίπου 10.000 μέτρων αποτελεί, επομένως, έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην απόδοση, την κατανάλωση καυσίμου και τις συνθήκες ασφαλούς πτήσης. Δεν είναι όμως σταθερό για κάθε πτήση, καθώς επηρεάζεται από τον τύπο του αεροσκάφους, το βάρος του, τις καιρικές συνθήκες και την εναέρια κυκλοφορία.