
Τα άτομα που διακόπτουν το κάπνισμα στην πλειονότητά τους αυξάνουν το βάρος τους, η νικοτίνη στα τσιγάρα άλλωστε επιταχύνει το μεταβολισμό, αυξάνοντας τις θερμίδες που δαπανάει το σώμα κατά περίπου 10%.
Η νικοτίνη δρα στη σχέση μεταξύ πείνας και κορεσμού κυρίως μέσω της δράσης της στη λεπτίνη, μια ορμόνη που ρυθμίζει το βάρος και το αίσθημα της πείνας. Δεδομένου ότι το κάπνισμα μπορεί να μειώσει την όρεξη, η διακοπή του οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Τα μεγάλα και θερμιδογόνα γεύματα εντείνουν την επιθυμία για κάπνισμα. Ένα υγιεινό και ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής συστήνεται, με απαραίτητη προϋπόθεση να αποφεύγουμε το ενδιάμεσο τσιμπολόγημα, αλλά και την κατανάλωση γλυκισμάτων, λιπαρών τροφών και αλμυρών σνακ, που επίσης προκαλούν την επιθυμία για κάπνισμα λόγω της έντονης γεύσης τους.
Επίσης, σημαντική είναι η αύξηση στην κατανάλωση νερού και υγρών γενικότερα, για να επιτευχθεί επαρκής ενυδάτωση, όπως και η πρόσληψη αντιοξειδωτικών ουσιών. Τα φρούτα και τα λαχανικά, εκτός του ότι έχουν ελεγχόμενες θερμίδες, είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά συστατικά, όπως και το ελαιόλαδο. Άλλες αντιοξειδωτικές ουσίες είναι οι πολυφαινόλες, που βρίσκουμε στα σταφύλια και τα παράγωγά τους (π.χ. στο κρασί), καθώς και στο πράσινο τσάι.
Η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών μπορεί να προκαλέσει την επιθυμία για κάπνισμα, ιδιαίτερα σε στιγμές χαλάρωσης. Ως εκ τούτου προτείνεται λίγο κόκκινο κρασί ή αντ’ αυτού ανθρακούχο νερό, χυμοί φρούτων και αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη.
Πολλοί καπνιστές εκδηλώνουν έντονη επιθυμία για κάπνισμα μετά το τέλος ενός γεύματος. Ένας εύκολος τρόπος να καταργηθεί σταδιακά αυτή η συσχέτιση είναι, με την ολοκλήρωση του γεύματος, κάποιος να καταπιαστεί με κάποια άλλη ασχολία ή να βουρτσίσει τα δόντια του για να αλλάξει η γεύση.