
Μαγείρεψες την Κυριακή, έβαλες ό,τι περίσσεψε σε ένα τάπερ και την Πέμπτη αναρωτιέσαι αν μπορείς ακόμη να το φας. Το κλασικό τεστ είναι να ανοίξουμε το δοχείο, να μυρίσουμε το φαγητό και, αν δεν μυρίζει περίεργα, να θεωρήσουμε ότι είναι ασφαλές. Μόνο που η μυρωδιά δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο κριτήριο.
Για τα περισσότερα μαγειρεμένα φαγητά και περισσεύματα, ο βασικός κανόνας ασφάλειας είναι περίπου 3 έως 4 ημέρες στο ψυγείο, εφόσον έχουν αποθηκευτεί σωστά και το ψυγείο διατηρεί θερμοκρασία περίπου 4°C ή χαμηλότερη. Μετά από αυτό το διάστημα αυξάνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης μικροοργανισμών που μπορούν να προκαλέσουν τροφική δηλητηρίαση.
Το κοτόπουλο και το μαγειρεμένο κρέας
Το μαγειρεμένο κοτόπουλο, όπως και αρκετά μαγειρεμένα κρέατα, καλό είναι να καταναλώνεται μέσα σε 3-4 ημέρες όταν βρίσκεται στο ψυγείο. Το ίδιο ισχύει γενικά για φαγητά που περιέχουν κρέας, όπως μαγειρευτά, ψητά και πολλά πιάτα με σάλτσα.
Αν γνωρίζουμε από την αρχή ότι δεν πρόκειται να τα φάμε μέσα στις επόμενες ημέρες, η κατάψυξη είναι ασφαλέστερη επιλογή από το να τα αφήσουμε για μία εβδομάδα στο ψυγείο περιμένοντας να αποφασίσουμε.
Και το ρύζι;
Το μαγειρεμένο ρύζι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Το ωμό ρύζι μπορεί να περιέχει σπόρια του βακτηρίου Bacillus cereus, τα οποία μπορούν να επιβιώσουν από το μαγείρεμα. Αν το μαγειρεμένο ρύζι παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε θερμοκρασία δωματίου, τα βακτήρια μπορούν να πολλαπλασιαστούν και να παραγάγουν τοξίνες.
Γι’ αυτό δεν είναι καλή ιδέα να αφήνουμε μια κατσαρόλα με ρύζι στον πάγκο για ώρες και μετά απλώς να τη βάζουμε στο ψυγείο. Η γρήγορη ψύξη και η σωστή αποθήκευση έχουν μεγάλη σημασία.
Το μεγάλο λάθος μετά το μαγείρεμα
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δεν είναι μόνο πόσες ημέρες θα μείνει το φαγητό στο ψυγείο, αλλά πόση ώρα έμεινε έξω πριν μπει σε αυτό.
Τα ευπαθή τρόφιμα δεν πρέπει γενικά να παραμένουν σε θερμοκρασία δωματίου για περισσότερο από περίπου δύο ώρες. Σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, πάνω από περίπου 32°C, το ασφαλές χρονικό περιθώριο περιορίζεται ακόμη περισσότερο, περίπου στη μία ώρα.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να γίνει το φαγητό εντελώς κρύο πάνω στον πάγκο. Μπορούμε να το χωρίσουμε σε μικρότερα, ρηχά δοχεία ώστε να κρυώσει γρηγορότερα και να το τοποθετήσουμε εγκαίρως στο ψυγείο.
«Δεν μυρίζει άσχημα, άρα είναι καλό»;
Όχι απαραίτητα. Ορισμένα βακτήρια που προκαλούν τροφιμογενείς ασθένειες δεν αλλάζουν υποχρεωτικά τη μυρωδιά, τη γεύση ή την εμφάνιση του φαγητού. Ένα πιάτο μπορεί επομένως να φαίνεται φυσιολογικό και παρ’ όλα αυτά να μην είναι ασφαλές.
Από την άλλη πλευρά, εάν εμφανίζει μούχλα, περίεργη υφή, αλλοίωση ή δυσάρεστη μυρωδιά, προφανώς δεν πρέπει να καταναλωθεί. Και το να δοκιμάσουμε «μόνο μια μπουκιά για να δούμε αν χάλασε» δεν αποτελεί ασφαλή μέθοδο ελέγχου.
Η σωστή επαναθέρμανση
Τα περισσεύματα πρέπει να ζεσταίνονται καλά και ομοιόμορφα πριν καταναλωθούν. Η επαναθέρμανση, όμως, δεν αποτελεί μαγικό τρόπο διάσωσης ενός φαγητού που έχει μείνει υπερβολικά πολλές ημέρες ή έχει αποθηκευτεί λανθασμένα.
Αν λοιπόν κάθεσαι μπροστά σε ένα τάπερ και προσπαθείς να θυμηθείς αν το φαγητό μαγειρεύτηκε την περασμένη Δευτέρα ή… την προπερασμένη, υπάρχει ένας αρκετά ασφαλής πρακτικός κανόνας:
Όταν υπάρχει σοβαρή αμφιβολία για το πόσο καιρό βρίσκεται εκεί, καλύτερα να μην το φας.