
Τελικά δεν έχει σημασία μόνο τι βάζουμε στο πιάτο μας, αλλά και πότε ακριβώς το καταναλώνουμε.
Νέα μελέτη εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην ώρα των γευμάτων, την καρδιαγγειακή υγεία και τη θνησιμότητα, δείχνοντας ότι ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει τόσο το πρώτο όσο και το τελευταίο γεύμα της ημέρας.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 31.044 ενήλικες ηλικίας 40 ετών και άνω, οι οποίοι συμμετείχαν στην αμερικανική National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES). Η πορεία της υγείας τους παρακολουθήθηκε κατά μέσο όρο για 8,6 χρόνια.
Όσο αργότερα το πρώτο γεύμα, τόσο υψηλότερη η συσχέτιση με τη θνησιμότητα
Ως πρώτο γεύμα θεωρήθηκε η πρώτη κατανάλωση θερμίδων μετά τις 04:00. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν ανάλογα με την ώρα που έτρωγαν για πρώτη φορά.
Σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις πρώτες θερμίδες τους μεταξύ 07:00 και 08:00 το πρωί, όσοι ξεκινούσαν να τρώνε αργότερα εμφάνιζαν υψηλότερη συσχετιζόμενη θνησιμότητα από κάθε αιτία.
Ειδικότερα, η μελέτη κατέγραψε:
- περίπου 10% υψηλότερη θνησιμότητα για πρώτο γεύμα μεταξύ 08:00 και 10:00,
- περίπου 19% υψηλότερη για πρώτο γεύμα μεταξύ 10:00 και 12:00,
- περίπου 29% υψηλότερη για όσους έτρωγαν για πρώτη φορά μετά τις 12:00.
Για την τελευταία κατηγορία καταγράφηκε παράλληλα και περίπου 46% υψηλότερη καρδιαγγειακή θνησιμότητα.
Οι επιστήμονες υπολόγισαν ακόμη ότι, στην ηλικία των 50 ετών, η έναρξη της διατροφικής πρόσληψης μετά το μεσημέρι συνδεόταν στατιστικά με περίπου 2,46 λιγότερα χρόνια εκτιμώμενου προσδόκιμου ζωής σε σχέση με την ομάδα που έτρωγε πρώτη φορά στις 07:00-08:00.
Ωστόσο, πρόκειται για συσχετίσεις και όχι απόδειξη ότι η συγκεκριμένη ώρα γεύματος προκαλεί θάνατο.
Τι έδειξαν τα στοιχεία για το τελευταίο γεύμα
Οι ερευνητές εξέτασαν και την ώρα κατά την οποία καταναλώνονταν οι τελευταίες θερμίδες της ημέρας.
Ως σημείο σύγκρισης χρησιμοποιήθηκε το διάστημα 19:00-20:00. Όσοι κατανάλωναν τις τελευταίες θερμίδες τους μετά τα μεσάνυχτα παρουσίαζαν περίπου 27% υψηλότερη συσχετιζόμενη θνησιμότητα από κάθε αιτία.
Αντίστοιχα, η κατανάλωση των τελευταίων θερμίδων πριν από τις 19:00 συνδέθηκε με περίπου 13% υψηλότερη θνησιμότητα. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η σχέση δεν είναι απαραίτητα τόσο απλή όσο «όσο νωρίτερα τρώμε, τόσο καλύτερα».
Ένα πολύ νωρίς τελευταίο γεύμα μπορεί να σχετίζεται με άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, προβλήματα υγείας ή μειωμένη όρεξη. Από την άλλη, το φαγητό πολύ αργά τη νύχτα μπορεί να συνδέεται με διαταραχές ύπνου, εργασία σε βάρδιες ή άλλες συνήθειες.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι να περιορίσουν τις ώρες φαγητού
Η μελέτη εξέτασε επίσης κατά πόσο η διάρκεια του ημερήσιου χρονικού διαστήματος μέσα στο οποίο καταναλώνονται οι θερμίδες επηρεάζει τη θνησιμότητα.
Όταν λήφθηκε υπόψη η ώρα του πρώτου γεύματος, δεν προέκυψε σταθερή συσχέτιση μεταξύ της διάρκειας του συγκεκριμένου «παραθύρου φαγητού» και της θνησιμότητας σε ολόκληρο τον πληθυσμό.
Έτσι, τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν αποτελούν απόδειξη ότι η διαλειμματική νηστεία ή ένα πολύ περιορισμένο χρονικό παράθυρο διατροφής αυξάνει το προσδόκιμο ζωής.
Ο ρόλος του βιολογικού ρολογιού
Οι επιστήμονες στρέφουν πλέον όλο και περισσότερο την προσοχή τους στη λεγόμενη χρονοδιατροφή, δηλαδή στη σχέση μεταξύ της ώρας που τρώμε και του κιρκάδιου ρυθμού του οργανισμού.
Τα γεύματα λειτουργούν ως ένα από τα σήματα που βοηθούν τα επιμέρους βιολογικά «ρολόγια» του σώματος να συγχρονιστούν. Ο χρονισμός τους μπορεί να επηρεάσει διαδικασίες που σχετίζονται με τον μεταβολισμό της γλυκόζης, την αρτηριακή πίεση και άλλες λειτουργίες του οργανισμού.
Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης συνδέσει την καθυστερημένη κατανάλωση των γευμάτων με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η ώρα του φαγητού αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που αξίζει να εξετάζεται μαζί με την ποιότητα και την ποσότητα της διατροφής.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα, απαιτούνται περισσότερες μελέτες προκειμένου να αποδειχθεί εάν η αλλαγή της ώρας των γευμάτων μπορεί πράγματι να βελτιώσει την υγεία ή να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής.