
Σε διαρκή επιτήρηση παραμένουν δύο σημαντικά ζητήματα Δημόσιας Υγείας που έχουν προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον το τελευταίο διάστημα: η συρροή κρουσμάτων χανταϊού που συνδέθηκε με κρουαζιερόπλοιο και η νέα επιδημία Έμπολα στην Αφρική. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό της Ευρώπης εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλός.
Η συρροή περιστατικών χανταϊού εντοπίστηκε στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, για το οποίο ενημερώθηκε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC) στις 2 Μαΐου 2026. Στο πλοίο επέβαιναν ταξιδιώτες και μέλη πληρώματος από 23 χώρες, μεταξύ των οποίων και εννέα κράτη της ΕΕ/ΕΟΧ, ενώ ως υπεύθυνος παράγοντας ταυτοποιήθηκε ο Andes hantavirus.
Μέχρι τις 17 Ιουνίου είχαν καταγραφεί συνολικά 13 περιστατικά, εκ των οποίων τα 12 είχαν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά και ένα θεωρείται πιθανό. Αρκετές στενές επαφές έχουν ήδη ολοκληρώσει την περίοδο παρακολούθησης, ενώ οι υπόλοιπες αναμένεται να την ολοκληρώσουν τις επόμενες ημέρες.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, λόγω της μεγάλης περιόδου επώασης της νόσου, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η εμφάνιση νέων περιστατικών μετά την επιστροφή επιβατών και μελών του πληρώματος στις χώρες τους. Ωστόσο, με βάση τα διαθέσιμα επιδημιολογικά στοιχεία, η πιθανότητα περαιτέρω μετάδοσης που σχετίζεται με το συγκεκριμένο συμβάν θεωρείται ιδιαίτερα περιορισμένη.
Όπως ανέφερε ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, η περίοδος παρακολούθησης των 54 ατόμων που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό επιτήρηση ολοκληρώνεται στις 2 Ιουλίου. Εφόσον δεν καταγραφούν νέα κρούσματα έως τότε, η συρροή θα θεωρηθεί λήξασα.
Την ίδια στιγμή, οι υγειονομικές αρχές παρακολουθούν στενά και τη νέα επιδημία Έμπολα που εξελίσσεται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα. Στις 17 Μαΐου 2026 ο ΠΟΥ χαρακτήρισε την επιδημία από τον ιό Bundibugyo ως Έκτακτη Ανάγκη Δημόσιας Υγείας Διεθνούς Ενδιαφέροντος.
Ο συγκεκριμένος ιός προκαλεί σοβαρή αιμορραγική νόσο με υψηλή θνητότητα και μεταδίδεται μέσω άμεσης επαφής με αίμα ή άλλα σωματικά υγρά ασθενών, καθώς και μέσω μολυσμένων αντικειμένων. Η μετάδοση πραγματοποιείται μόνο μετά την εκδήλωση συμπτωμάτων, ενώ μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο ειδικό εμβόλιο ή θεραπεία για το συγκεκριμένο στέλεχος.
Έως τις 8 Ιουνίου είχαν επιβεβαιωθεί 569 κρούσματα και 103 θάνατοι στις δύο αφρικανικές χώρες. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το ECDC εκτιμά ότι ο κίνδυνος για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει πολύ χαμηλός, καθώς η πιθανότητα εισαγωγής και δευτερογενούς μετάδοσης του ιού στην Ευρώπη είναι περιορισμένη.
Στην Ελλάδα, ο ΕΟΔΥ έχει εκδώσει οδηγίες προς τους ταξιδιώτες που επιστρέφουν από περιοχές με ενεργή μετάδοση, υπενθυμίζοντας ότι η περίοδος επώασης της νόσου κυμαίνεται από δύο έως 21 ημέρες και ότι η έγκαιρη αναγνώριση και απομόνωση πιθανών περιστατικών αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ετοιμότητας.
Παράλληλα, στις 24 Ιουνίου επιβεβαιώθηκε στη Γαλλία το πρώτο εισαγόμενο κρούσμα Έμπολα στην Ευρώπη από την έναρξη της τρέχουσας επιδημίας, σε γιατρό που είχε επιστρέψει από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σύμφωνα με το ECDC, η πιθανότητα ευρείας διασποράς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, εφόσον εφαρμόζονται έγκαιρα τα προβλεπόμενα μέτρα εντοπισμού, απομόνωσης και διαχείρισης των περιστατικών.
Οι υγειονομικές αρχές τονίζουν ότι η συνεχής επιδημιολογική επιτήρηση, η αυστηρή εφαρμογή των μέτρων πρόληψης και η ετοιμότητα των συστημάτων υγείας αποτελούν τα βασικά «εργαλεία» για την αποτροπή πιθανής διασποράς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση εισαγόμενων κρουσμάτων.