
Τα ξημερώματα της Κυριακής (29/03/26) τίθεται σε ισχύ η θερινή ώρα, με τους δείκτες των ρολογιών να μετακινούνται μία ώρα μπροστά.
Η συγκεκριμένη αλλαγή, πέρα από την προφανή μείωση του χρόνου ύπνου και τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας, φαίνεται πως συνοδεύεται και από επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, σύμφωνα με ειδικούς.
Ο Δρ John O’Neill, ειδικός στους κιρκάδιους ρυθμούς στο Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας του Medical Research Council στο Κέιμπριτζ, επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι από την αλλαγή ώρας μπορεί να είναι «μικροί αλλά σημαντικοί».
Όπως εξηγεί, η προσαρμογή του οργανισμού μοιάζει με ένα γενικευμένο «jet lag» μιας ώρας για ολόκληρο τον πληθυσμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τις πρώτες ημέρες μετά τη μετάβαση στη θερινή ώρα παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων, καθώς και περισσότερα τροχαία ατυχήματα.
Για τον λόγο αυτό, τάσσεται υπέρ της κατάργησης της συγκεκριμένης πρακτικής.
Η αιτία, όπως εξηγεί, βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη φυσιολογία δεν είναι προετοιμασμένη για τόσο απότομες αλλαγές στο βιολογικό ρολόι.
Έρευνες δείχνουν ότι ο κίνδυνος θανατηφόρων τροχαίων μπορεί να αυξηθεί περίπου κατά 6% αμέσως μετά τη μετάβαση στη θερινή ώρα.
- Τι δείχνει έρευνα από το πανεπιστήμιο του Κεντ
Μεγάλη ανάλυση του University of Kent, που εξέτασε 157 μελέτες από 36 χώρες, κατέληξε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Ειδικότερα, όταν τα ρολόγια μετακινούνται μπροστά την άνοιξη, αυξάνονται τα καρδιακά επεισόδια και τα θανατηφόρα τροχαία, ενώ μειώνονται τα εγκλήματα με σωματική βλάβη.
Αντιθέτως, όταν επιστρέφουμε στη χειμερινή ώρα το φθινόπωρο, μειώνεται η συνολική θνησιμότητα και τα εργατικά ατυχήματα, αλλά αυξάνονται τα περιστατικά βίας.
Η καθιέρωση της θερινής ώρας ανάγεται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1916 από τη Γερμανία με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας μέσω καλύτερης αξιοποίησης του φυσικού φωτός.
Σύντομα, το μέτρο υιοθετήθηκε και από άλλες χώρες, όπως η Βρετανία. Σήμερα, η συζήτηση για την κατάργηση της θερινής ώρας παραμένει ανοιχτή.
Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η αλλαγή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ξεπερασμένη συνήθεια, αλλά ενδέχεται να επηρεάζει ουσιαστικά τη δημόσια υγεία, συνδέοντας τη με αυξημένα καρδιαγγειακά περιστατικά, περισσότερα ατυχήματα και διαταραχές στον ύπνο.