
Μια εξέταση αίματος που μπορεί να ανιχνεύσει ενδείξεις για 17 διαφορετικούς τύπους καρκίνου δίνει νέα δεδομένα για την πρώιμη διάγνωση της νόσου, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine.
Η έρευνα PATHFINDER 2 εξέτασε σχεδόν 36.000 ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω, με στόχο να αξιολογήσει την απόδοση ενός πολυκαρκινικού ελέγχου πρώιμης ανίχνευσης (MCED).
Στη μελέτη συμμετείχε και η Mayo Clinic, ενώ μεταξύ των ερευνητών και των επικεφαλής συγγραφέων ήταν ο ογκολόγος Karthik Giridhar.
Η συγκεκριμένη εξέταση αναζητά στο αίμα μικρά τμήματα DNA που απελευθερώνονται από τα κύτταρα. Μέσα από συγκεκριμένα μοτίβα στο γενετικό υλικό επιχειρεί να εντοπίσει σήματα που μπορεί να σχετίζονται με την παρουσία καρκίνου.
Όταν ανιχνευτεί ένα τέτοιο σήμα, το τεστ μπορεί παράλληλα να υποδείξει την πιθανότερη περιοχή από την οποία προέρχεται, βοηθώντας τους γιατρούς να κατευθύνουν τις επόμενες εξετάσεις.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Από τους 32.007 συμμετέχοντες που συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση της απόδοσης, 287 έλαβαν θετικό αποτέλεσμα. Τελικά, καρκίνος επιβεβαιώθηκε σε 173 από αυτούς.
Η θετική προγνωστική αξία της εξέτασης έφτασε το 60,3%, ενώ η ειδικότητα ήταν 99,64%.
Όταν υπήρχε επιβεβαιωμένος καρκίνος, το τεστ κατάφερε στο 91,3% των περιπτώσεων να προσδιορίσει σωστά μία από τις δύο πιθανότερες περιοχές προέλευσης του καρκινικού σήματος.
Ένα ακόμη εύρημα που ξεχωρίζει αφορά τους τύπους καρκίνου που εντοπίστηκαν. Το 72,8% των καρκίνων που διαγνώστηκαν ανήκαν σε κατηγορίες για τις οποίες δεν υπάρχουν σήμερα συστάσεις προληπτικού ελέγχου υψηλής προτεραιότητας από την αμερικανική USPSTF.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μορφές της νόσου που μπορεί να μην εντοπίζονται εύκολα σε έναν καθιερωμένο προληπτικό έλεγχο.
Μεταξύ 151 ανθρώπων που διαγνώστηκαν για πρώτη φορά με καρκίνο χάρη στην εξέταση, το 53% είχε καρκίνο σταδίου 1 ή 2, ενώ το 70,9% βρισκόταν έως και στο στάδιο 3.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα ευρήματα ενισχύουν την προοπτική των πολυκαρκινικών εξετάσεων αίματος ως συμπληρωματικού εργαλείου για την έγκαιρη ανίχνευση.
Δεν αντικαθιστά τις προληπτικές εξετάσεις
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η εξέταση δεν αποτελεί σήμερα υποκατάστατο των καθιερωμένων προληπτικών ελέγχων.
Η συγκεκριμένη μελέτη ήταν μονοσκελής και δεν περιλάμβανε ομάδα σύγκρισης, ενώ τα αποτελέσματά της ήταν περιγραφικά. Για να αποδειχθεί αν η χρήση τέτοιων εξετάσεων μειώνει τελικά τη θνησιμότητα ή βελτιώνει την έκβαση των ασθενών, χρειάζονται τυχαιοποιημένες μελέτες και μακροχρόνια παρακολούθηση.
Επιπλέον, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν παλαιότερη έκδοση της εξέτασης, η οποία έχει πλέον αντικατασταθεί από νεότερη εμπορικά διαθέσιμη έκδοση.
Έτσι, το ζητούμενο για την επιστημονική κοινότητα είναι πλέον να διαπιστωθεί κατά πόσο η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να ενταχθεί με ασφάλεια στην καθημερινή προληπτική ιατρική και να προσφέρει έγκαιρη διάγνωση χωρίς να αντικαταστήσει τις εξετάσεις που ήδη συστήνονται.