Η συμβουλή να πάρουμε μια βαθιά ανάσα πριν από μια δύσκολη ή σημαντική απόφαση θεωρείται εδώ και χρόνια ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους.

Ωστόσο, νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να δείξει ότι η συγκεκριμένη τεχνική ίσως έχει μια απρόσμενη επίδραση στη συμπεριφορά μας.

Ερευνητές από το Charité – Universitätsmedizin Berlin διαπίστωσαν ότι η αργή και παρατεταμένη εκπνοή μπορεί να αυξήσει την προθυμία ενός ατόμου να αναλάβει μεγαλύτερο ρίσκο κατά τη λήψη αποφάσεων.

Για τις ανάγκες της έρευνας, 41 εθελοντές συμμετείχαν σε ένα πείραμα κατά το οποίο υποβάλλονταν σε μαγνητική τομογραφία, ενώ παράλληλα καλούνταν να επιλέξουν αν θα συμμετείχαν σε οικονομικά στοιχήματα με διαφορετικό βαθμό κινδύνου.

Οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν σε δύο διαφορετικές συνθήκες.

Στην πρώτη οι συμμετέχοντες ανέπνεαν φυσιολογικά, ενώ στη δεύτερη ακολουθούσαν έναν συγκεκριμένο ρυθμό αναπνοής, με εισπνοή διάρκειας δύο δευτερολέπτων και εκπνοή οκτώ δευτερολέπτων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης εκπνοής, οι εθελοντές ήταν πιο πρόθυμοι να επιλέξουν επιλογές με μεγαλύτερο ρίσκο.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν αγνοούσαν τις πιθανές απώλειες, αλλά έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στις πιθανές απολαβές.

Παράλληλα, οι απεικονίσεις του εγκεφάλου κατέγραψαν αυξημένη δραστηριότητα σε περιοχές που σχετίζονται με την αξιολόγηση της ανταμοιβής και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Οι ερευνητές επισημαίνουν, πάντως, ότι τα συμπεράσματα της μελέτης πρέπει να αντιμετωπιστούν με προσοχή, καθώς η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε περιορισμένο αριθμό νέων και υγιών ατόμων και βασίστηκε σε εργαστηριακές συνθήκες.

Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη ενισχύει την άποψη ότι η φυσιολογική κατάσταση του σώματος μπορεί να επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αξιολογεί τον κίνδυνο και λαμβάνει αποφάσεις.

Η τεχνική της αργής αναπνοής εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως για τον έλεγχο του στρες, ακόμη και από στρατιωτικούς και αστυνομικούς, ενώ οι επιστήμονες σχεδιάζουν νέες έρευνες ώστε να εξετάσουν αν τα ίδια ευρήματα ισχύουν σε μεγαλύτερες ηλικίες, σε γυναίκες και σε πραγματικές συνθήκες της καθημερινότητας.