Νέα αμερικανική μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα πώς το βαρύ εγκεφαλικό αυξάνει τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης και άνοιας.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, ανέλυσε στοιχεία από 42.342 ενήλικες χωρίς εγκεφαλικό ή άνοια στην έναρξη της παρακολούθησης. Από αυτούς, 1.505 υπέστησαν πρώτο ισχαιμικό εγκεφαλικό, ενώ για 1.055 υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για τη βαρύτητα του επεισοδίου.

Η παρακολούθηση έφτασε έως και τα 30 χρόνια, κάτι που έδωσε στους επιστήμονες τη δυνατότητα να δουν όχι μόνο τι συμβαίνει αμέσως μετά το εγκεφαλικό, αλλά και πώς εξελίσσεται η γνωστική λειτουργία σε βάθος χρόνου.

Όσο αυξανόταν η σοβαρότητα του ισχαιμικού εγκεφαλικού, τόσο αυξανόταν και ο κίνδυνος της άνοιας.

Σε σύγκριση με τους ανθρώπους που δεν είχαν περάσει εγκεφαλικό, η πιθανότητα ήταν σχεδόν διπλάσια μετά από ήπιο επεισόδιο, πάνω από τριπλάσια μετά από ήπιο προς μέτριο και πενταπλάσια μετά από μέτριο έως σοβαρό.

Με απλά λόγια, οι ερευνητές περιγράφουν μια σταθερή, κλιμακωτή σχέση: όσο μεγαλύτερη η αρχική βλάβη στον εγκέφαλο, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να ακολουθήσει μακροχρόνια γνωστική επιβάρυνση.

Η παρούσα μελέτη δεν κατέγραψε μόνο τον κίνδυνο άνοιας. Εξέτασε και το πόσο γρήγορα φθείρονται διαφορετικοί τομείς της γνωστικής λειτουργίας μετά από ένα εγκεφαλικό.

Και εκεί η εικόνα ήταν εξίσου σαφής: όσο πιο σοβαρό το επεισόδιο, τόσο πιο γρήγορη η πτώση στη συνολική γνωστική λειτουργία, στη μνήμη και στις εκτελεστικές λειτουργίες, δηλαδή στις δεξιότητες που σχετίζονται με την οργάνωση, την προσοχή, τον σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων.

Η Δρ. Deborah A. Levine, κύρια συγγραφέας της μελέτης, επισημαίνει ότι «τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν την ανάγκη να παρακολουθούμε στενά τη γνωστική λειτουργία και να αντιμετωπίζουμε ενεργά τους παράγοντες κινδύνου για άνοια σε όλους τους επιζώντες εγκεφαλικού επεισοδίου».

Ακόμη και τα ήπια εγκεφαλικά δεν είναι «αθώα»

Η γνωστική έκπτωση δεν περιορίζεται μόνο στα βαριά εγκεφαλικά. Ακόμη και τα ήπια επεισόδια συνδέθηκαν με μετρήσιμη επιδείνωση με το πέρασμα του χρόνου.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συχνά τα ηπιότερα περιστατικά αντιμετωπίζονται ως λιγότερο απειλητικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη μακροπρόθεσμη πορεία του ασθενούς.

Η Δρ. Mellanie V. Springer, συν-συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι η δομική βλάβη και η διαταραχή των εγκεφαλικών δικτύων «μειώνουν τη γνωστική εφεδρεία του εγκεφάλου».

Δηλαδή, ο εγκέφαλος χάνει σταδιακά την ικανότητά του να αντισταθμίζει νέες βλάβες ή τη φυσιολογική φθορά της ηλικίας.

Έτσι, ακόμη και ένα σχετικά ήπιο εγκεφαλικό μπορεί να αφήσει πίσω του ένα αποτύπωμα που γίνεται πιο εμφανές με τα χρόνια.

Ωστόσο, οι ερευνητές εξηγούν ότι η σχέση ανάμεσα στο εγκεφαλικό και τη γνωστική έκπτωση είναι πολυπαραγοντική.

Στην πορεία της επιδείνωσης φαίνεται να συμμετέχουν η άμεση αγγειακή βλάβη, η νόσος των μικρών αγγείων, οι νευροεκφυλιστικές διεργασίες, αλλά και χρόνιοι παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης.

Οπότε, το εγκεφαλικό δεν λειτουργεί μόνο ως ένα μεμονωμένο οξύ συμβάν, αλλά μπορεί να επιταχύνει ή να αναδείξει μια πιο σύνθετη διεργασία φθοράς του εγκεφάλου.

Επίσης, η ομάδα σημειώνει ότι η καλύτερη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο μετά το επεισόδιο, περιορίζοντας μέρος αυτής της επιβάρυνσης.