Μία νέα κυτταρική θεραπεία για την οστεοπόρωση μείωσε κατά 94% τα κατάγματα σε μια μικρή μελέτη γυναικών με προχωρημένη νόσο, ανοίγοντας έναν διαφορετικό δρόμο στην αντιμετώπιση της απώλειας οστικής μάζας.

Η πειραματική προσέγγιση βασίζεται σε κύτταρα που λαμβάνονται από τον ίδιο τον μυελό των οστών των ασθενών και στη συνέχεια υφίστανται μια σύντομη εργαστηριακή επεξεργασία, ώστε να μπορούν να κατευθυνθούν αποτελεσματικότερα προς τα οστά.

Σε αντίθεση με θεραπείες που χρησιμοποιούνται σήμερα και στοχεύουν κυρίως στην επιβράδυνση της οστικής απώλειας ή στην ενίσχυση της δημιουργίας νέου οστού, η συγκεκριμένη μέθοδος επιχειρεί να ενισχύσει άμεσα τη διαδικασία αναδόμησης του σκελετού.

Στη μελέτη συμμετείχαν μόλις 10 γυναίκες ηλικίας 50 έως 75 ετών, όλες με ιστορικό τουλάχιστον ενός κατάγματος και αυξημένο κίνδυνο για νέα κατάγματα.

Οι συμμετέχουσες χρειάστηκε να υποβληθούν σε μία μόνο έγχυση. Οι ερευνητές έλαβαν κύτταρα από τον μυελό των οστών στην περιοχή του ισχίου, τα καλλιέργησαν για αρκετές εβδομάδες και στη συνέχεια τα τροποποίησαν πριν τα χορηγήσουν ξανά στον οργανισμό.

Το αποτέλεσμα που καταγράφηκε στα δύο χρόνια ήταν ιδιαίτερα έντονο: από οκτώ κατάγματα τον χρόνο που είχαν σημειωθεί συνολικά πριν από τη θεραπεία, καταγράφηκε μόλις ένα κάταγμα σε διάστημα δύο ετών.

Η μέθοδος βασίζεται σε ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα περιόριζε τη χρήση συγκεκριμένων κυττάρων για την αναγέννηση των οστών.

Ο μυελός των οστών διαθέτει κύτταρα που μπορούν να εξελιχθούν σε κύτταρα παραγωγής νέου οστικού ιστού.

Ωστόσο, όταν αυτά χορηγούνται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, δεν είναι εύκολο να εντοπίσουν και να εγκατασταθούν στα σημεία του σκελετού όπου υπάρχει ανάγκη επιδιόρθωσης.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να λύσουν ακριβώς αυτό το ζήτημα.

Όπως περιγράφεται στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell, πρόσθεσαν στην επιφάνεια των κυττάρων ένα συγκεκριμένο υπόλειμμα σακχάρου.

Με αυτόν τον τρόπο, τα κύτταρα αποκτούν τη δυνατότητα να προσκολλώνται στα αγγεία που βρίσκονται μέσα στα οστά και να περνούν από ένα είδος βιολογικού «φίλτρου» που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν μπορούν να διασχίσουν.

Η επεξεργασία δεν περιλαμβάνει αλλαγή του DNA των κυττάρων. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι κανένα γονίδιο δεν τροποποιείται, ενώ το πρόσθετο σάκχαρο απομακρύνεται από τον οργανισμό μέσα σε περίπου δύο ημέρες.

Αυτό το χρονικό διάστημα θεωρείται αρκετό ώστε τα κύτταρα να φτάσουν στον οστικό ιστό και να εγκατασταθούν στα σημεία όπου μπορούν να δράσουν.

Η διαδικασία για τις συμμετέχουσες περιλάμβανε αρχικά λήψη μυελού από το ισχίο. Τα κύτταρα καλλιεργήθηκαν στο εργαστήριο για αρκετές εβδομάδες και στη συνέχεια χορηγήθηκαν μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης.

Οι γυναίκες παρέμειναν στο νοσοκομείο μέχρι την επόμενη ημέρα και στη συνέχεια επέστρεψαν στο σπίτι τους.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται, δεν καταγράφηκαν αντιδράσεις στην έγχυση. Επιπλέον, κατά την εξαετή παρακολούθηση δεν αναφέρθηκε κάποια απροσδόκητη νέα πάθηση στις συμμετέχουσες.

Τα ευρήματα δεν περιορίστηκαν μόνο στα κατάγματα.

Τέσσερις μήνες μετά την έγχυση, δείγματα οστικού ιστού από το ισχίο εμφάνισαν σχεδόν διπλάσια ποσότητα οστού σε σχέση με τα δείγματα που είχαν ληφθεί πριν από τη θεραπεία.

Παράλληλα, εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στον καρπό δύο χρόνια αργότερα έδειξαν βελτίωση στη μικροδομή του οστού, ενώ οι γυναίκες ανέφεραν μικρότερο πόνο και λιγότερες δυσκολίες στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Η λογική πίσω από την προσέγγιση συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί φυσιολογικά ο σκελετός.

Τα οστά ανανεώνονται διαρκώς μέσω δύο αντίθετων διαδικασιών: ειδικά κύτταρα απομακρύνουν τον παλιό οστικό ιστό και άλλα δημιουργούν νέο. Όταν οι δύο διαδικασίες βρίσκονται σε ισορροπία, η οστική μάζα διατηρείται.

Με την εμμηνόπαυση, η πτώση των οιστρογόνων μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία, με την αποδόμηση του οστού να υπερισχύει της δημιουργίας νέου ιστού. Έτσι, το εσωτερικό του οστού γίνεται σταδιακά πιο εύθραυστο και αυξάνεται ο κίνδυνος καταγμάτων.

Η νέα θεραπευτική προσέγγιση επιχειρεί να ενισχύσει ακριβώς την πλευρά της δημιουργίας και αναδόμησης του οστού, αντί να περιοριστεί στην επιβράδυνση της απώλειας.

Παρά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, οι ίδιοι οι αριθμοί της μελέτης επιβάλλουν προσοχή.

Μόλις 10 γυναίκες συμμετείχαν στη συγκεκριμένη δοκιμή, επομένως τα ευρήματα δεν μπορούν ακόμη να θεωρηθούν απόδειξη ότι η μέθοδος είναι αποτελεσματική για όλους τους ασθενείς με οστεοπόρωση.

Απαιτούνται μεγαλύτερες και ελεγχόμενες κλινικές μελέτες προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα αποτελέσματα μπορούν να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών και να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της θεραπείας.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη έρευνα δείχνει ότι η χρήση κυττάρων από τον ίδιο τον οργανισμό, με στοχευμένη και προσωρινή τροποποίηση της επιφάνειάς τους, μπορεί να αποτελέσει μια νέα κατεύθυνση για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης και, ενδεχομένως, άλλων παθήσεων στις οποίες απαιτείται αναγέννηση κατεστραμμένων ιστών.