Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να εντοπίζει στοιχεία που δεν είναι εύκολα ορατά στις συνηθισμένες εξετάσεις και να συμβάλλει στην εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου αρκετά χρόνια πριν εκδηλωθούν συμπτώματα.

Οι νέες δυνατότητες της AI στην καρδιολογία βρέθηκαν στο επίκεντρο του ESC Congress 2026, του συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας που πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο από τις 28 έως τις 31 Αυγούστου.

Στο συνέδριο συμμετείχε ενεργά ο αναπληρωτής καθηγητής Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ, συντονιστής διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του Ευαγγελισμού και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, Αθανάσιος Τρίκας, ο οποίος προήδρευσε σε συνεδρίες που αφορούσαν την τεχνητή νοημοσύνη και την καρδιακή ανεπάρκεια.

Μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου «104,9 ΜΥΣΤΙΚΑ ΥΓΕΙΑΣ», ο καθηγητής εξήγησε ότι η τεχνολογία μπορεί πλέον να συνδυάζει διαφορετικές πληροφορίες που προκύπτουν από εξετάσεις και άλλα διαθέσιμα δεδομένα.

Όπως ανέφερε, η AI μπορεί να αξιοποιεί στοιχεία από απεικονιστικές εξετάσεις, καρδιογραφήματα και άλλες παραμέτρους, προκειμένου να εντοπίζει ανθρώπους που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου στο μέλλον.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εφαρμογή αυτής της τεχνολογίας στην καρδιακή ανεπάρκεια, όπου το ζητούμενο είναι η έγκαιρη αναγνώριση της νόσου πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.

«Και εδώ η AI μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο στα χέρια του γιατρού, χωρίς όμως να τον αντικαθιστά», τόνισε ο κ. Τρίκας.

Νέα ταξινόμηση στην καρδιακή ανεπάρκεια

Σημαντικές αλλαγές περιλαμβάνονται και στις νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την καρδιακή ανεπάρκεια.

Ο καθηγητής χαρακτήρισε το σύνδρομο της καρδιακής ανεπάρκειας ιδιαίτερα σοβαρό τόσο για τους ασθενείς όσο και για τα συστήματα υγείας και τους προϋπολογισμούς των χωρών.

Όπως εξήγησε, στο φετινό συνέδριο παρουσιάστηκαν τρεις νέες κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν την καρδιακή ανεπάρκεια, την καρδιακή αποκατάσταση και τη διαχείριση ασθενών που έχουν ταυτόχρονα χρόνια νεφρική νόσο.

«Στο φετινό συνέδριο παρουσιάστηκαν τρεις νέες κατευθυντήριες οδηγίες: για την καρδιακή ανεπάρκεια, την καρδιακή αποκατάσταση και τη διαχείριση των ασθενών με συνυπάρχουσα χρόνια νεφρική νόσο», ανέφερε.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την καρδιακή ανεπάρκεια, οι οδηγίες αλλάζουν τον τρόπο ταξινόμησης των ασθενών.

«Όσον αφορά την καρδιακή ανεπάρκεια, γίνονται αλλαγές στην ταξινόμηση. Ενώ υπήρχαν τρεις διαφορετικές κατηγορίες, τώρα γίνονται δύο: αυτοί οι οποίοι έχουν βλάβη στη συστολική λειτουργία της καρδιάς και αυτοί οι οποίοι έχουν βλάβη στη διαστολική λειτουργία της καρδιάς», δήλωσε ο κ. Τρίκας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα προσέγγιση προσφέρει περισσότερες δυνατότητες αντιμετώπισης, ιδιαίτερα για τους ασθενείς που εμφανίζουν καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης.

«Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα ελιγμών και περισσότερο, στα άτομα που έχουν καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, καθώς μπορούμε να επικεντρωθούμε περισσότερο στην αντιμετώπιση των συννοσηροτήτων, όπως η υπέρταση, οι αρρυθμίες, η νεφρική νόσος, η κολπική μαρμαρυγή κ.ά.», σημείωσε.

Το βάρος πέφτει στην πρόληψη

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στην πρόληψη, καθώς η αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου πριν εμφανιστεί η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πορεία ενός ασθενούς.

«Δηλαδή στην αρχική αντιμετώπιση όλων των αιτιών που οδηγούν στο σύνδρομο της καρδιακής ανεπάρκειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όπως εξήγησε, όταν ένας ασθενής φτάσει στο σημείο να εμφανίσει συμπτώματα, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.

«Γιατί αν φτάσει ο ασθενής να εμφανίσει συμπτώματα, μετά, δυστυχώς, μέσα στην επόμενη δεκαετία θα οδηγηθεί σε τελικού σταδίου καρδιακή ανεπάρκεια με δυσεπίλυτα προβλήματα (εκτός αν γίνει κάποια σημαντική παρέμβαση)», είπε.

Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν.

«Επομένως, αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου: κάπνισμα, υπέρταση, ζαχαρώδης διαβήτης, δυσλιπιδαιμία και σωματικό βάρος είναι πάρα πολύ σημαντικά στοιχεία αντιμετώπισης της καρδιακής ανεπάρκειας», τόνισε.

Νέα φάρμακα αλλά και άσκηση

Παράλληλα με τις νέες τεχνολογίες, στο συνέδριο παρουσιάστηκαν νέα δεδομένα για θεραπευτικές επιλογές στην καρδιακή ανεπάρκεια.

Τα αποτελέσματα χαρακτηρίστηκαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς μπορούν να συμβάλουν στη διεύρυνση των διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών για τους ασθενείς.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Τρίκα, η αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας δεν περιορίζεται στη φαρμακευτική αγωγή.

«Εξίσου σημαντική με τα νέα φάρμακα και την τεχνολογία παραμένει η οργανωμένη άσκηση, η εκπαίδευση του ασθενούς και η ενεργή συμμετοχή του ίδιου στη θεραπεία του», υπογράμμισε.

Καρδιά και νεφρά αντιμετωπίζονται πλέον ως ενιαίο σύστημα

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο των νέων οδηγιών αφορά τη σχέση μεταξύ καρδιάς και νεφρών.

Για πρώτη φορά με τόσο έντονο τρόπο, όπως επισήμανε ο καθηγητής, η καρδιακή και η νεφρική λειτουργία αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες.

«Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν ένας ασθενής έχει καρδιοπάθεια αλλά φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ή αντίστροφα, νεφρική νόσο αλλά φυσιολογική καρδιακή λειτουργία, οι δύο λειτουργίες πρέπει να παρακολουθούνται διαχρονικά και παράλληλα», εξήγησε.

Η νέα προσέγγιση οδηγεί και σε ακόμη στενότερη συνεργασία μεταξύ των δύο ειδικοτήτων.

«Έτσι, γίνεται ακόμη πιο στενή η συνεργασία καρδιολόγου και νεφρολόγου, ενώ οι εξετάσεις προσαρμόζονται ώστε να ελέγχεται συνολικά η λειτουργία τόσο της καρδιάς όσο και των νεφρών», ανέφερε.

Το συμπέρασμα από το φετινό συνέδριο, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Τρίκα, είναι ότι η καρδιολογία βρίσκεται σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών, με την πρόληψη και την εξατομίκευση να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

«Η καρδιολογία περνά σε μια εποχή όπου η πρόληψη, η εξατομικευμένη θεραπεία, η τεχνητή νοημοσύνη και η στενότερη συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία των ασθενών», κατέληξε.