Ένα smoothie φρούτων θεωρείται από πολλούς μια εύκολη και υγιεινή επιλογή για το πρωινό, όμως ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνονται τα φρούτα μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τον οργανισμό σε σχέση με την κατανάλωσή τους ολόκληρα.

Το βασικό ζήτημα δεν είναι τα ίδια τα φρούτα, αλλά ο συνδυασμός και η ποσότητα των υλικών που καταλήγουν στο ποτήρι.

Όταν πολλά φρούτα πολτοποιούνται και καταναλώνονται γρήγορα, είναι εύκολο να πάρει κάποιος μεγαλύτερη ποσότητα σε σχέση με αυτή που θα έτρωγε αν τα είχε μπροστά του ολόκληρα.

Η διατροφολόγος Blanca Garcia-Orea Haro έχει επισημάνει ότι τα smoothies με μεγάλη ποσότητα φρούτων μπορεί να μην αποτελούν την καλύτερη επιλογή για όσους προσπαθούν να ελέγξουν το βάρος τους.

Όπως έχει αναφέρει, η κατανάλωση φρούτων σε υγρή μορφή μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη πρόσληψη των υδατανθράκων τους.

Αυτό συνδέεται και με τις φυτικές ίνες. Όταν ένα φρούτο καταναλώνεται ολόκληρο, χρειάζεται μάσημα και οι φυτικές ίνες του συμβάλλουν στον κορεσμό και στην πιο αργή κατανάλωση.

Αντίθετα, ένα smoothie μπορεί να καταναλωθεί μέσα σε λίγα λεπτά και αρκετές φορές να περιλαμβάνει περισσότερα φρούτα από όσα θα τρώγαμε σε ένα συνηθισμένο γεύμα.

Το πρόβλημα δεν είναι το smoothie, αλλά τι περιέχει

Ένα smoothie δεν χρειάζεται να αποκλειστεί από μια ισορροπημένη διατροφή. Η σύνθεσή του είναι αυτή που κάνει τη διαφορά.

Αν αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από μπανάνα, μήλο, πορτοκάλι και άλλα φρούτα, τότε το μεγαλύτερο μέρος του γεύματος προέρχεται από υδατάνθρακες. Αντίθετα, η προσθήκη πρωτεΐνης, καλών λιπαρών και φυτικών ινών μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο ολοκληρωμένο γεύμα.

Στις επιλογές που προτείνονται για ένα πιο ισορροπημένο smoothie περιλαμβάνονται η σκόνη πρωτεΐνης, το αβοκάντο, οι ξηροί καρποί και οι σπόροι, το λινέλαιο και το σπανάκι. Για τη γλυκιά γεύση μπορούν να χρησιμοποιηθούν μούρα, τα οποία περιέχουν επίσης φυτικές ίνες.

Με αυτόν τον τρόπο, το smoothie δεν βασίζεται αποκλειστικά στα φυσικά σάκχαρα των φρούτων, αλλά συνδυάζει διαφορετικά θρεπτικά συστατικά.

Τι ισχύει για τους χυμούς

Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στους χυμούς, καθώς είναι εύκολο να καταναλωθεί μεγάλη ποσότητα φρούτων χωρίς τις ίδιες αισθήσεις κορεσμού που προσφέρει ένα ολόκληρο φρούτο.

Για παράδειγμα, ένα ποτήρι χυμού πορτοκαλιού μπορεί να προκύψει από περισσότερα πορτοκάλια από όσα θα καταναλώναμε συνήθως ως ολόκληρα φρούτα. Παράλληλα, η απουσία ή η σημαντική μείωση των φυτικών ινών αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνεται το τρόφιμο.

Γι’ αυτό και η κατανάλωση ολόκληρων φρούτων παραμένει μια απλή επιλογή για όσους θέλουν να εντάξουν περισσότερα φρούτα στη διατροφή τους, χωρίς να αυξάνουν εύκολα την ποσότητα που καταναλώνουν.

Ένα smoothie μπορεί να γίνει πιο πλήρες

Για όσους θέλουν να συνεχίσουν να καταναλώνουν smoothies, ένας πρακτικός κανόνας είναι να μην μετατρέπουν το ποτήρι σε «συμπυκνωμένη» ποσότητα φρούτων.

Μια ενδεικτική συνταγή που έχει παρουσιαστεί από τη Jessie Inchauspé περιλαμβάνει δύο κουταλιές σκόνη πρωτεΐνης, μία κουταλιά λινέλαιο, ένα τέταρτο αβοκάντο, μία κουταλιά κρέμα αμυγδάλου, ένα τέταρτο μπανάνας, 170 γραμμάρια κατεψυγμένα κόκκινα μούρα και λίγο άγλυκο γάλα αμυγδάλου.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα δείχνει τη λογική ενός πιο ισορροπημένου smoothie: μικρότερη ποσότητα φρούτων σε συνδυασμό με πρωτεΐνη, λιπαρά και φυτικές ίνες.

Τα smoothies μπορούν επομένως να αποτελέσουν μέρος μιας διατροφής, ειδικά για ανθρώπους που δυσκολεύονται να καταναλώσουν ολόκληρα φρούτα ή λαχανικά. Για όσους όμως προσπαθούν να χάσουν βάρος, η ποσότητα των φρούτων και κυρίως η συνολική σύνθεση του ροφήματος είναι στοιχεία που αξίζει να προσέχουν.