Μια νέα μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Βόννης, διαπίστωσε ότι τα παιδιά εργαζομένων που συμμετείχαν στον καθαρισμό του Τσερνόμπιλ παρουσιάζουν αυξημένο αριθμό συγκεκριμένων γενετικών μεταλλάξεων στο DNA τους.

Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες δεν ήταν βέβαιοι κατά πόσο η γενετική βλάβη από ιονίζουσα ακτινοβολία μπορεί να μεταδοθεί στην επόμενη γενιά.

Αντί να αναζητήσουν όλες τις πιθανές νέες μεταλλάξεις, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στις λεγόμενες «ομαδοποιημένες de novo μεταλλάξεις» (cDNM).

Οι cDNM είναι συστάδες δύο ή περισσότερων νέων μεταλλάξεων που δεν υπάρχουν στο DNA των γονέων. Η παρουσία τους υποδηλώνει ότι η αλυσίδα του DNA υπέστη θραύση και επιδιορθώθηκε με ατελή τρόπο – μια διαδικασία που συνδέεται με βλάβες από ακτινοβολία.

Τα δεδομένα της έρευνας

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε:

  • 130 παιδιά εργαζομένων καθαρισμού του Τσερνομπίλ
  • 110 παιδιά Γερμανών χειριστών στρατιωτικών ραντάρ που είχαν εκτεθεί σε ακτινοβολία
  • 1.275 άτομα χωρίς γνωστή έκθεση

Τα αποτελέσματα έδειξαν:

  • Παιδιά εργαζομένων καθαρισμού: 2,65 cDNM κατά μέσο όρο
  • Παιδιά χειριστών ραντάρ: 1,48 cDNM
  • Παιδιά μη εκτεθειμένων γονέων: 0,88 cDNM

Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το εύρημα ότι υπήρχε άμεση συσχέτιση μεταξύ της έντασης της ακτινοβολίας που είχαν δεχθεί οι γονείς και του αριθμού μεταλλάξεων στα παιδιά τους.

Παρότι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το μέγεθος του δείγματος είναι σχετικά μικρό, η διαφορά παρέμεινε σημαντική. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports.

Πώς προκλήθηκαν οι μεταλλάξεις

Οι γονείς είτε ζούσαν στην πόλη Πριπιάτ κατά τη στιγμή του ατυχήματος είτε εργάζονταν ως εκκαθαριστές στον χώρο του πυρηνικού αντιδραστήρα.

Η ιονίζουσα ακτινοβολία φαίνεται πως οδήγησε στη δημιουργία αντιδραστικών ειδών οξυγόνου – ασταθών μορίων που μπορούν να προκαλέσουν ρήξεις στις αλυσίδες DNA. Οι βλάβες αυτές ενδέχεται να συνέβησαν στα αναπτυσσόμενα σπερματοζωάρια, αφήνοντας πίσω συστάδες μεταλλάξεων που στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στους απογόνους.

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ασθένειας;

Το πιο καθησυχαστικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι συγκεκριμένες μεταλλάξεις εντοπίστηκαν κυρίως σε «μη κωδικοποιητικές» περιοχές του DNA – δηλαδή σε τμήματα που δεν επηρεάζουν άμεσα την παραγωγή πρωτεϊνών.

Αυτό σημαίνει ότι δεν φαίνεται να αυξάνεται ο κίνδυνος ασθενειών στα παιδιά των εργαζομένων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Μάλιστα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ηλικία του πατέρα κατά τη σύλληψη αποτελεί ισχυρότερο παράγοντα κινδύνου για μεταλλάξεις που σχετίζονται με ασθένειες από ό,τι η έκθεση σε χαμηλά επίπεδα ακτινοβολίας.

Για λόγους σύγκρισης, η εκτιμώμενη συνολική έκθεση των εργαζομένων ήταν περίπου 365 mGy, ενώ η NASA θέτει όριο περίπου 600 mGy για ολόκληρη την πορεία στο διάστημα ενός αστροναύτη.