
Ο βήχας μπορεί να συνεχιστεί για αρκετές εβδομάδες μετά την υποχώρηση ενός κρυολογήματος, ακόμη και όταν η ρινική καταρροή, ο πονόλαιμος και η γενική αδιαθεσία έχουν πλέον περάσει.
Αυτό συμβαίνει επειδή η λοίμωξη μπορεί να αφήσει τους αεραγωγούς ερεθισμένους και πιο ευαίσθητους.
Έτσι, το αντανακλαστικό του βήχα μπορεί να παραμένει ενεργό για κάποιο διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι η λοίμωξη συνεχίζεται.
Γιατί συνεχίζεται ο βήχας
Κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης του αναπνευστικού προκαλείται φλεγμονή στους αεραγωγούς και αυξάνεται η παραγωγή βλέννας. Ακόμη και όταν το κρυολόγημα υποχωρήσει, ο ερεθισμός μπορεί να παραμείνει και να προκαλεί βήχα.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η βλέννα που κατεβαίνει από τη μύτη προς τον λαιμό, γνωστή ως οπισθορρινική ενστάλαξη.
Το σύμπτωμα μπορεί να γίνεται εντονότερο όταν το άτομο ξαπλώνει και έτσι να προκαλεί βήχα κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Ωστόσο, ένας βήχας που εμφανίζεται μετά από κρυολόγημα δεν οφείλεται πάντα στην ίδια λοίμωξη. Το κρυολόγημα μπορεί, για παράδειγμα, να επιδεινώσει ένα προϋπάρχον άσθμα, ενώ και η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση μπορεί να προκαλεί ή να συντηρεί τον βήχα.
Πόσο θεωρείται φυσιολογικό
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο βήχας υποχωρεί μέσα σε περίπου 3 έως 4 εβδομάδες. Ωστόσο, ο λεγόμενος μεταλοιμώδης βήχας μπορεί να διαρκέσει από 3 έως 8 εβδομάδες.
Η διάρκεια από μόνη της δεν αρκεί για να κριθεί αν υπάρχει πρόβλημα. Σημασία έχει και η πορεία του συμπτώματος. Ένας βήχας που σταδιακά περιορίζεται είναι διαφορετική περίπτωση από έναν βήχα που γίνεται εντονότερος ή συνοδεύεται από νέα συμπτώματα.
Ιατρική αξιολόγηση συνιστάται όταν ο βήχας επιμένει για περισσότερες από 3 εβδομάδες, ιδιαίτερα εάν επηρεάζει τον ύπνο ή την καθημερινότητα.
Αν συνεχίζεται για περισσότερο από 8 εβδομάδες, χρειάζεται διερεύνηση ώστε να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες.
Πότε χρειάζεται άμεση εξέταση
Δεν πρέπει να περιμένει κανείς απλώς να περάσει ο βήχας όταν εμφανίζονται συγκεκριμένα προειδοποιητικά συμπτώματα.
Άμεση ιατρική αξιολόγηση χρειάζεται όταν υπάρχει:
- δυσκολία στην αναπνοή,
- πόνος στο στήθος,
- αίμα στα πτύελα,
- βήχας που επιδεινώνεται γρήγορα ή δεν ελέγχεται,
- επίμονος ή επανεμφανιζόμενος πυρετός, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από έντονη αδιαθεσία.
Σε περίπτωση σοβαρής δύσπνοιας, με έντονο λαχάνιασμα ή αδυναμία να ολοκληρωθεί μια φράση, απαιτείται άμεση ιατρική βοήθεια.
Επίσης, κρίσεις βήχα που προκαλούν εμετό ή συνοδεύονται από χαρακτηριστικό ήχο κατά την εισπνοή θα πρέπει να αναφέρονται στον γιατρό, καθώς μπορεί να χρειάζεται έλεγχος και για κοκκύτη.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος στο σπίτι;
Όσο ο βήχας υποχωρεί, ορισμένα απλά μέτρα μπορούν να περιορίσουν τον ερεθισμό και να κάνουν τα συμπτώματα πιο ανεκτά.
Η επαρκής κατανάλωση υγρών βοηθά στη διατήρηση της ενυδάτωσης, ενώ ένα ζεστό ρόφημα μπορεί να καταπραΰνει προσωρινά τον ερεθισμένο λαιμό. Το μέλι μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως απλό μέτρο ανακούφισης, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία για την αποτελεσματικότητά του στον παρατεταμένο βήχα είναι περιορισμένα.
Πριν από τη χρήση αντιβηχικών σκευασμάτων είναι προτιμότερο να προηγηθεί συμβουλή από γιατρό ή φαρμακοποιό, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται άλλα φάρμακα ή υπάρχει εγκυμοσύνη.
Τα αντιβιοτικά δεν είναι η λύση για κάθε βήχα
Ένας επίμονος βήχας μετά από μια ιογενή λοίμωξη δεν αποτελεί από μόνος του ένδειξη για αντιβιοτική θεραπεία. Τα αντιβιοτικά δεν αντιμετωπίζουν τον ερεθισμό των αεραγωγών που μπορεί να παραμείνει μετά το κρυολόγημα.
Εφόσον υπάρχουν ενδείξεις για άλλη πάθηση ή βακτηριακή λοίμωξη, ο γιατρός είναι εκείνος που θα αποφασίσει αν απαιτείται συγκεκριμένη θεραπεία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί ακρόαση του θώρακα, έλεγχος της φαρμακευτικής αγωγής ή, ανάλογα με τα ευρήματα, ακτινογραφία θώρακος και εξετάσεις αναπνευστικής λειτουργίας. Οι εξετάσεις αυτές, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητες σε όλους όσοι εμφανίζουν βήχα μετά από ένα απλό κρυολόγημα.