
Η συμφωνία που ετοιμάζονται να ανακοινώσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία δεν αφορά απλώς την κατασκευή μερικών πυρηνικών αντιδραστήρων αλλά δίνει το δικαίωμα μιας ακόμη περιφερειακής δύναμης να αποκτήσει την τεχνολογία και τις υποδομές που θα της επιτρέπουν να εμπλουτίζει ουράνιο στο έδαφός της.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εγκρίνει μια συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας διάρκειας έως και 30 ετών, η οποία αναμένεται να ανοίξει τον δρόμο για την εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών στην ανάπτυξη της σαουδαραβικής πυρηνικής βιομηχανίας. Το σχέδιο μπορεί, μετά την ολοκλήρωση κοινής Αμερικανοσαουδαραβικής μελέτης, να οδηγήσει ακόμη και στη δημιουργία εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου μέσα στο βασίλειο.
Τυπικά, πρόκειται για ένα πρόγραμμα ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας. Στην πράξη, όμως, η συμφωνία φέρνει τη Σαουδική Αραβία αισθητά πιο κοντά στην απόκτηση μιας λεγόμενης «πυρηνικής ικανότητας κατωφλίου»: της δυνατότητας, δηλαδή, να μετατρέψει σε σχετικά σύντομο χρόνο μια πολιτική πυρηνική υποδομή σε στρατιωτικό πρόγραμμα, εφόσον ληφθεί μια τέτοια πολιτική απόφαση.
Το επίμαχο σημείο δεν είναι η κατασκευή πυρηνικών σταθμών. Δεκάδες χώρες χρησιμοποιούν την πυρηνική ενέργεια χωρίς να διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Η διαφορά βρίσκεται στον κύκλο του πυρηνικού καυσίμου. Ο εμπλουτισμός ουρανίου είναι αναγκαίος για την παραγωγή καυσίμου για ορισμένους τύπους αντιδραστήρων.
Η ίδια τεχνολογία, όμως, εφόσον χρησιμοποιηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μπορεί να παράγει σχάσιμο υλικό κατάλληλο για πυρηνικά όπλα. Αντίστοιχους κινδύνους δημιουργεί και η επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένου πυρηνικού καυσίμου, από την οποία μπορεί να απομονωθεί πλουτώνιο.
Για τον λόγο αυτόν, η Ουάσιγκτον πίεζε επί χρόνια τους εταίρους της στη Μέση Ανατολή να παραιτούνται από το δικαίωμα εγχώριου εμπλουτισμού και επανεπεξεργασίας. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009.
Το Άμπου Ντάμπι αποδέχθηκε τότε το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο»: δεσμεύτηκε να μην εμπλουτίζει ουράνιο και να μην επανεπεξεργάζεται πυρηνικά απόβλητα. Παράλληλα, υπέγραψε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, επιτρέποντας ευρύτερους και περισσότερο παρεμβατικούς ελέγχους.
Η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, δεν περιλαμβάνει ούτε την παραίτηση από τον εμπλουτισμό και την επανεπεξεργασία ούτε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο.
Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς επιθεωρητές ενδέχεται να μη διαθέτουν την ίδια δυνατότητα αιφνιδιαστικών ελέγχων σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις που θα είχαν υπό ένα αυστηρότερο καθεστώς.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι θα εφαρμοστούν διμερείς μηχανισμοί ασφαλείας και επαλήθευσης και ότι η συμφωνία πληροί τις νόμιμες αμερικανικές προϋποθέσεις για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως και δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι με την απεριόριστη πρόσβαση του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.
Η χρονική συγκυρία καθιστά τη συμφωνία ακόμη πιο εκρηκτική πολιτικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν οικοδομήσει την πίεσή τους προς το Ιράν γύρω από το επιχείρημα ότι ο εγχώριος εμπλουτισμός ουρανίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δρόμος προς την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται τώρα έτοιμη να επιτρέψει στη Σαουδική Αραβία να διατηρήσει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα, έστω υπό διαφορετικούς όρους και αμερικανική εποπτεία. Η εικόνα μιας Αμερικής που επιχειρεί να στερήσει από την Τεχεράνη την τεχνολογία εμπλουτισμού, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να την αποκτήσει το Ριάντ, θα αποτελέσει βασικό επιχείρημα του Ιράν περί εφαρμογής δύο διαφορετικών μέτρων και σταθμών.
Το πρόβλημα είναι μεγάλο και δεν είναι θεωρητικό. Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει δημόσια ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να κάνει το ίδιο «το συντομότερο δυνατόν». Ο εμπλουτισμός ουρανίου δεν οδηγεί αυτομάτως σε πυρηνική βόμβα.
Απαιτούνται επιπλέον τεχνολογικές γνώσεις, σχεδιασμός του όπλου και ανάπτυξη κατάλληλου συστήματος πυροδότησης και μεταφοράς. Δημιουργεί, όμως, το σημαντικότερο βιομηχανικό και τεχνολογικό υπόβαθρο για ένα μελλοντικό στρατιωτικό πρόγραμμα.
Η συμφωνία προκαλεί εύλογη ανησυχία και στο Ισραήλ. Παρότι η ισραηλινή κυβέρνηση θεωρεί τη Σαουδική Αραβία πιθανό στρατηγικό εταίρο απέναντι στο Ιράν, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει χωρίς επιφυλάξεις την απόκτηση τεχνολογίας εμπλουτισμού από οποιαδήποτε αραβική χώρα
. Η ισραηλινή στρατηγική ασφαλείας βασίζεται επί δεκαετίες στη διατήρηση μιας συντριπτικής ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής και -αν και ουδέποτε έχει επιβεβαιωθεί – στην πυρηνική της αποκλειστικότητα στη Μέση Ανατολή.
Μια σαουδαραβική υποδομή εμπλουτισμού θα μπορούσε να δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η Τουρκία, η Αίγυπτος και άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτούσαν ένα επιπλέον επιχείρημα για να διεκδικήσουν αντίστοιχες δυνατότητες.
Η πυρηνική ισορροπία δεν θα καθοριζόταν πλέον μόνο από το ερώτημα αν το Ιράν διαθέτει ή όχι όπλο, αλλά από το πόσες χώρες θα μπορούν να κατασκευάσουν ένα σχετικά γρήγορα.