
H Ταϊβάν δεν πρόκειται να «θυσιαστεί» ούτε θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τον ελεύθερο τρόπο ζωής της υπό πίεση, δήλωσε την Κυριακή ο πρόεδρος της χώρας, Λάι Τσινγκ-τε, προσθέτοντας ότι οι αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς το νησί αποτελούν δέσμευση ασφαλείας βάσει νόμου.
Οι δηλώσεις του Λάι ήταν η πρώτη άμεση αντίδρασή του μετά τη σύνοδο κορυφής της περασμένης εβδομάδας στο Πεκίνο ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, η οποία προκάλεσε ανησυχία στη δημοκρατική κυβέρνηση της Ταϊβάν σχετικά με τη στήριξη της Ουάσινγκτον προς το νησί.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι εξακολουθεί να εξετάζει εάν θα προχωρήσει σε νέες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν και ότι οι ΗΠΑ «δεν θέλουν να πει κάποιος “ας προχωρήσουμε σε ανεξαρτησία επειδή μας στηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες”».
Ανησυχία μετά τη συνάντηση Τραμπ-Σι
Ο Λάι ανέφερε ότι οι πολίτες είναι «πολύ ανήσυχοι» για το περιεχόμενο της συνάντησης όσον αφορά την Ταϊβάν, ευχαριστώντας παράλληλα την αμερικανική κυβέρνηση για τη δέσμευσή της στην ειρήνη και τη σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν, καθώς και για τη στήριξή της προς το νησί.
Πρόσθεσε ότι η Ταϊβάν δεν θα προκαλέσει ούτε θα κλιμακώσει μια σύγκρουση.
«Αλλά επίσης δεν θα εγκαταλείψουμε την εθνική μας κυριαρχία και αξιοπρέπεια, ούτε τον δημοκρατικό και ελεύθερο τρόπο ζωής μας, υπό πίεση», τόνισε ο Λάι, προσθέτοντας ότι η Κίνα αποτελεί την πηγή της περιφερειακής αστάθειας.
Σημειώνεται ότι η Κίνα δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας για να θέσει την Ταϊβάν υπό τον έλεγχό της και θεωρεί ότι το νησί είναι κινεζική επαρχία και όχι ανεξάρτητο κράτος.
Κοινά συμφέροντα
Η διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν αποτελούσε πάντοτε κοινό συμφέρον της Ταϊβάν, των Ηνωμένων Πολιτειών και των δημοκρατικών χωρών παγκοσμίως, έγραψε ο Λάι.
«Η Ταϊβάν δεν θα θυσιαστεί ούτε θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης υπό οποιεσδήποτε συνθήκες».
Η μακροχρόνια συνεργασία ασφαλείας Ταϊβάν-ΗΠΑ και οι πωλήσεις όπλων βασίζονται στον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν (Taiwan Relations Act), είπε, αναφερόμενος στον αμερικανικό νόμο του 1979 που προβλέπει την πώληση όπλων στο νησί.
«Αυτό δεν αποτελεί μόνο αμερικανική δέσμευση ασφαλείας προς την Ταϊβάν, αλλά και τη σημαντικότερη αποτρεπτική δύναμη όλα αυτά τα χρόνια απέναντι σε ενέργειες που υπονομεύουν την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα».
Αν και η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε τον Δεκέμβριο πακέτο πώλησης όπλων ύψους 11 δισ. δολαρίων, το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα, το Reuters έχει μεταδώσει ότι δεύτερο πακέτο, ύψους περίπου 14 δισ. δολαρίων, εξακολουθεί να αναμένει την τελική έγκριση του Αμερικανού προέδρου.
«Η Ταϊβάν είναι κυρίαρχη χώρα»
Ο Λάι επανέλαβε επίσης τη θέση του ότι η Δημοκρατία της Κίνας, η επίσημη ονομασία της Ταϊβάν, είναι «ένα κυρίαρχο, ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος».
Η Δημοκρατία της Κίνας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας δεν υπάγονται η μία στην άλλη, ενώ το μέλλον της Ταϊβάν πρέπει να αποφασιστεί αποκλειστικά από τον λαό της και «η κυριαρχία της δεν μπορεί να παραβιαστεί ή να προσαρτηθεί», δήλωσε ο Λάι.
«Αυτή είναι η απόφαση του λαού της Ταϊβάν και αυτό είναι το status quo που επιδιώκουμε να υπερασπιστούμε. Δεν υπάρχει κανένα “ζήτημα ανεξαρτησίας της Ταϊβάν”».
Η ηττημένη κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κίνας κατέφυγε στην Ταϊβάν το 1949, μετά την ήττα της στον εμφύλιο πόλεμο από τους κομμουνιστές του Μάο Τσετούνγκ, οι οποίοι ίδρυσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.