Νέα στοιχεία έρχονται στο «φως» από την κατάθεση της συζύγου του 28χρονου Αφγανού που κατηγορείται για τη δολοφονία της Βρετανίδας εθελόντριας Ελίζαμπεθ «Λίσα» Ρος.

Η γυναίκα περιέγραψε στους αστυνομικούς τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, τη ζωή τους στην Ελλάδα, αλλά και τις επαφές που είχαν με την 38χρονη Βρετανίδα μέσα από κοινές εθελοντικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε περιστατικά τα οποία, όπως είπε, της προκάλεσαν εκ των υστέρων έντονο προβληματισμό.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, γνώρισε τη Λίσα Ρος τον Φεβρουάριο του 2026 και τη χαρακτήρισε έναν άνθρωπο ιδιαίτερα αγαπητό, με έντονη διάθεση προσφοράς προς τους άλλους. Η τελευταία φορά που τη συνάντησε ήταν στις 12 Ιουλίου, μετά από συνάντηση μελέτης της Αγίας Γραφής.

Όπως ανέφερε, η 38χρονη της πρότεινε να πάνε μαζί έναν περίπατο, όμως εκείνη δεν μπορούσε λόγω άλλης υποχρέωσης. Τότε, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η Λίσα ζήτησε από τον σύζυγό της να τη συνοδεύσει.

«Τότε πρότεινε το ίδιο στον σύζυγό μου, ο οποίος μάλλον επειδή κατάλαβε ότι ήθελε οπωσδήποτε παρέα, δέχθηκε να την συνοδεύσει. Εν τέλει πήγαμε όλοι μαζί μέχρι ένα σημείο και μετά έμεινε μόνος μαζί της ο άνδρας μου».

Η ίδια υποστήριξε ότι στις 18 Ιουλίου προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη Βρετανίδα για να την καλέσει σε δράση διανομής τροφίμων στη Μαλακάσα, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Όταν ρώτησε τον σύζυγό της, εκείνος φέρεται να της είπε πως η τελευταία επικοινωνία που είχε με τη Λίσα ήταν στις 15 Ιουλίου, όταν εκείνη του ζήτησε να τη συνοδεύσει για να παραδώσουν μια Βίβλο.

«Μου είπε ότι τελευταία φορά είχαν επικοινωνήσει στις 15 Ιουλίου. Απ’ ότι κατάλαβα η Λίσα του είχε ζητήσει να πάνε εκείνο το απόγευμα μαζί κάπου για να δώσουν σε κάποιον μία βίβλο. Ο άνδρας μου εν τέλει δεν πήγε μαζί της. Αυτό που είδα στο τηλέφωνο του άνδρα μου εκείνη την ημέρα αν θυμάμαι καλά ήταν μία αναπάντητη κλήση της Λίσα στο τηλέφωνο του κι ένα μήνυμα που έλεγε “ευχαριστώ για την πρόθεσή σου να έρθεις μαζί μου”».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η γυναίκα στη νύχτα μεταξύ 15 και 16 Ιουλίου. Όπως κατέθεσε, ξύπνησε μέσα στη νύχτα και διαπίστωσε ότι ο σύζυγός της έλειπε από το σπίτι.

Σύμφωνα με την ίδια, μέσω της εφαρμογής εντοπισμού στο κινητό της είδε ότι βρισκόταν σε διαμέρισμα στην οδό Ρεθύμνου, γεγονός που της προκάλεσε απορία. Όταν τον κάλεσε, εκείνος φέρεται να της απάντησε πως παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφέ στην πλατεία Βικτωρίας και είχε μεταβεί στο διαμέρισμα μόνο για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.

«Έλεγξα την τοποθεσία του στο κινητό μου… Είδα ότι βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα της οδού Ρεθύμνου. Παραξενεύτηκα γιατί δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να βρίσκεται εκεί εκείνη την ώρα».

Στην κατάθεσή της αναφέρθηκε επίσης στην ξαφνική αναχώρηση του ζευγαριού από την Αθήνα στις 18 Ιουλίου. Όπως είπε, ο σύζυγός της εμφανίστηκε αναστατωμένος και της ανέφερε ότι είχε πληροφορηθεί τον θάνατο συγγενικού του προσώπου στην Ινδία, ζητώντας να μεταβούν στην Αράχωβα για να ηρεμήσει.

Καθοριστική, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν η στιγμή που η γυναίκα ενημερώθηκε για την εξαφάνιση της Βρετανίδας και για τον εντοπισμό σορού σε βαλίτσα κοντά στην περιοχή όπου διέμεναν.

Όπως φέρεται να ανέφερε, ξύπνησε τα ξημερώματα της 29ης Ιουλίου και έκανε τη σύνδεση ανάμεσα στα γεγονότα, φοβούμενη ότι το θύμα ήταν η Λίσα Ρος.

«Γύρω στις 3.00 τα ξημερώματα πετάχτηκα από τον ύπνο μου και σκέφτηκα κάτι τρομερό. Θυμήθηκα το πτώμα γυναίκας που είχε βρεθεί μέσα σε βαλίτσα σε σημείο που ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μας. Φοβήθηκα πάρα πολύ ότι το πτώμα που βρέθηκε άνηκε στη Λίσα».

Το ίδιο πρωί προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της μέσω μηνυμάτων. Όταν έλαβε απαντήσεις, υποστήριξε ότι της φάνηκαν ασυνήθιστες, καθώς, όπως είπε, δεν ταίριαζαν με τον τρόπο γραφής της Βρετανίδας, ούτε ως προς τα αγγλικά ούτε ως προς τη χρήση emoji.

«Τα μηνύματα αυτά δεν ήταν στο στιλ της Λίσα τόσο ως προς το επίπεδο των αγγλικών όσο και από τη χρήση emoji που ποτέ δεν χρησιμοποιούσε».

Η αδυναμία τηλεφωνικής επικοινωνίας μαζί της ενίσχυσε, όπως κατέθεσε, τις ανησυχίες της.

Η σύζυγος του 28χρονου φέρεται να δήλωσε στις Αρχές ότι, μετά την επιβεβαίωση πως η σορός ανήκε στη Λίσα Ρος, αισθάνθηκε μεγαλύτερη ανασφάλεια και φόβο. Ανέφερε ακόμη ότι η ίδια και ο σύζυγός της απομακρύνθηκαν από την κατοικία τους και διέμεναν σε διαφορετικά σημεία.

Παράλληλα, κατήγγειλε ότι έλαβε απειλητικά μηνύματα που περιείχαν φωτογραφίες της ίδιας και του μωρού της, καθώς και αναφορές σε απειλές κατά της οικογένειάς της.

Οι αστυνομικοί που ερευνούν την υπόθεση εξετάζουν, σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα μηνύματα να εστάλησαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, με στόχο να αποπροσανατολιστούν οι έρευνες και να απομακρυνθούν οι υποψίες από το πρόσωπό του.